«Οἱ Μυροφόρες κηρύττουν τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ».

«Οἱ Μυροφόρες κηρύττουν τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ».

    Ἑρμηνεία τῶν διαφορῶν τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν».

Ἐπειδὴ σήμερα πρόκειται νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴ ζωοπάροχο ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἐλᾶτε νὰ δοῦμε —σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἠσαΐα— τὶς γυναῖκες πού ἔρχονται ἀπὸ τὸ θέαμα τοῦ κενοῦ τάφου τοῦ Χριστοῦ καὶ κηρύσσουν ὅσα ἔχουν δεῖ. Αὐτὲς εἶναι οἱ μυροφόρες γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή. Ὅταν πλέον ὁ φθόνος τῶν μισόθεων Ἰουδαίων καταλάγιασε καὶ αὐτὸς πού φθονοῦσαν ἀναπαυόταν σωματικῶς στὸν τάφο, τότε ἀκριβῶς ἐκεῖνος εἶχε ἀναστηθεῖ, ἀφοῦ μὲ τὴ θεϊκή του ἐξουσία ἀπογύμνωσε τὸν ἅδη.

             «Οἱ διαφορετικές ἐπισκέψεις τῶν ἱερῶν γυναικῶν στὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ,

Ἑρμηνεία τῶν διαφορῶν τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν».

«Τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας,ἀπό τά βαθιὰ χαράματα, ἔρχονται (οἱ γυναῖκες) στὸν τάφο φέρνοντας τὰ ἀρώματα πού εἶχαν ἑτοιμάσει» (Λουκ.κδ’, 1-4). Εἶναι ἄλλη αὐτὴ ἡ ἐπίσκεψη τῶν ἱερῶν Γυναικῶν, ἡ ὁποία διαφέρει ἀπὸ ἐκεῖνες γιὰ τὶς ὁποῖες ἔγραψαν ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος καὶ ὁ Ἰωάννης, ὅπως μπορεῖ κάποιος νὰ συμπεράνει ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ ἀπὸ τὸ πρόσωπο. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ὁ Ἰωάννης μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἡ Μαγδαληνὴ ἦρθε μόνη στὸν τάφο τὸ πρωί, χωρὶς νὰ ἔχει μαζί της τὰ μῦρα, ἀλλὰ θέλοντας, ὅπως φαίνεται, νὰ αἰσθανθεῖ κάποια ἀνακούφιση ἀπὸ τὸ βάρος τῆς συμφορᾶς μὲ τὴ θέα τοῦ τάφου.

 Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Ματθαῖος ἀναφέρει ὅτι ἡ ἴδια ἡ Μαγδαληνὴ μαζὶ μὲ τὴ Μαρία τοῦ Ἰακώβου ἦρθαν στὸν τάφο πολὺ ἀργά τὴ νύχτα τοῦ Σαββάτου, χωρὶς νὰ πεῖ ὅτι εἶχαν μαζὶ τους ἀρώματα, ἀλλά μὲ τὸ σκοπὸ νὰ κοιτάξουντὸν τάφο. Διότι ἡ ψυχὴ νιώθει κάποια ἀνακούφιση ἀπὸ τὸ βάρος τῆς λύπης πού πλεονάζει, ὅταν βλέπει αὐτοῦ πού ποθεῖ τὸ τελευταῖο σημεῖο, τὸν τάφο. Ταυτόχρονα ἡ λύπη διαλύεται στὴ θέα τοῦ τάφου καὶ συνθλίβεται μὲ τὰ δάκρυα, ὅπως ἡ ὁμίχλη τοῦ νέφους.

 Σὲ ἀντίθεση ὁ Μάρκος καὶ ὁ Λουκᾶς ἀναφέρουν ὅτι οἱ γυναῖκες μετέφεραν μαζί τους ἀρώματα γιὰ τὴ σορό. Καὶ ὁ μὲν ἕνας (ὁ Μάρκος) συγκαταλέγει, μαζὶ μὲ τὶς Μαρίες, τὴ Σαλώμη, ὁ δὲ ἄλλος (ὁ Λουκᾶς) τὴν Ἰωάννα. Ἐπιπλέον, ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Μάρκος εἶπαν ὅτι αὐτὲς εἶδαν ἕναν ἄγγελο, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἰωάννη καὶ τὸ Λουκᾶ πού ἔχουν μιλήσει γιὰ δύο. Ἐκεῖνο ὅμως πού ἀξίζει νὰ ἐρευνηθεῖ εἶναι γιατί σὲ ἄλλες γυναῖκες παρουσιάζεται ἕνας ἄγγελος, σὲ ἄλλες ὅμως ἐμφανίζονται δύο ἄγγελοι; Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ στὶς γυναῖκες πού νομίζουν ὅτι ὁ Κύριος βρίσκεται στὸν τάφο καὶ ἐπιπλέον τὸν λογαριάζουν νεκρό, ἕνας ἄγγελος φανερώνεται ὡς ἀγγελιαφόρος τῆς ἀναστάσεως. Ἀντίθετα ὅμως, στὶς γυναῖκες πού βρίσκονται σὲ ἀπορία καὶ νομίζουν ὅτι τὸ Δεσποτικὸ σῶμα ἔχει κλαπεῖ, παρουσιάζεται μιὰ δυάδα ἀγγέλων ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού φυλασσόταν ἀπὸ τόσους φύλακες, ἦταν ἀδύνατο νὰ κλαπεῖ.

Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνὴ πού εἶπε στοὺς μαθητὲς ὅτι, «πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνημεῖο», τῆς παρουσιάστηκαν δύο λευκοντυμένοι (ἄγγελοι), ἀπομακρύνοντας τὴν ἀπὸ μιὰ τέτοια ὑποψία. Καὶ τώρα, ἐπειδὴ ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο καὶ δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα, βρίσκονταν σὲ ἀμηχανία μήπως κάποιος τὸ εἶχε κλέψει, παρουσιάζονται δύο ἄνδρες. «Γιατί, ὅταν εἶδαν, μᾶς λέει, τήν πέτρα πού ἔκλεινε τον τάφο κυλισμένη πέρα ἀπό αὐτόν,και μπαίνοντας μέσα δέν βρῆκαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ».

Οἱ γυναῖκες λοιπὸν ἔσπευσαν πάρα πολὺ πρωὶ μὲ σκοπὸ νὰ ἀλείψουν μὲ μύρα τὸν Κύριο.Ἴσως λέγοντας μεταξὺ τους τὰ λόγια τοῦ προφήτου Ὠσηέ «ἄς ἐπιδιώξουμε μὲ τὴν καρδιά μας νὰ γνωρίσουμε τὸν Κύριο. Θὰ τὸν βροῦμε πρόθυμο και ἕτοιμο νὰ μᾶς βοηθήσει ἡ ἔλευσή του θὰ εἶναι βέβαιη, ὅπως ἡ ἔλευση τοῦ ὄρθρου». Ὅταν ὅμως, ἀφοῦ μπῆκαν μέσα, δὲν βρῆκαν αὐτὸν πού ἀναζητοῦσαν, βρίσκονταν σὲ ἀμηχανία. Ὅμως, ἡ μετακύλιση τῆς πέτρας δὲν ἔγινε γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ ὁ Κύριος -γιατί εἶχε ἀναστηθεῖ πρὶν τὴ μετακίνηση τῆς πέτρας- ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνει γνωστὴ σὲ ὅλους ἡ ἀνάσταση.

«Δύο ἄγγελοι ἀναγγέλουν στις γυναῖκες το χαρμόσυνο μήνυμα τῆς ἀναστάσεως». Λουκ.κδ’, 4-8]

«Καὶ ἐνῶ βρίσκονταν σὲ ἀπορία γι’ αὐτό, ξαφνικά τούς παρουσιάσθηκαν δύο ἄνδρες μὲ ἀστραφτερὰ ἐνδύματα. Κι ἐνῶ τὶς εἶχε καταλάβει μεγάλος φόβος καὶ ἔγερναν τὸ πρόσωπό τους στὴ γῆ, τοὺς εἶπαν (οἱ δύο ἄνδρες)».

Τί ἦταν λοιπὸν αὐτὸ πού προξένησε στὶς γυναῖκες φόβο; ὉΛουκᾶς ἰσχυρίζεται ὅτι ἦταν τὰ ἀστραφτερὰ ἐνδύματα. Ὁ Ματθαῖος ὅμως πρόσθεσε τὸ φεγγοβόλημα τοῦ προσώπου. Γιατί «ἦταν, λέει, τὸ πρόσωπο τοῦ ἀγγέλου σάν ἀστραπή». Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ γέρνουν τὸ πρόσωπο στὴ γῆ, ἐπειδὴ φωτίστηκαν τὰ πρόσωπά τους, ὅπως γίνεται μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ ἥλιου.

Ἀφοῦ λοιπὸν τὶς ἐξέπληξαν μὲ τὴν ἐνδυμασία τους καὶ τὶς κατατρόμαξαν μὲ τὴ μορφή τους, τὶς χαροποιοῦν μὲ τὴ φωνὴ. «Γιατί ζητεῖτε τὸν ζωντανὸ ἀνάμεσα στοὺς νεκρούς; Δὲν βρίσκεται ἐδῶ, ἀλλ’ ἀναστήθηκε» Ἔπειτα ὑπενθυμίζουν σ’ αὐτὲς καὶ τὴν πρόρρηση τοῦ Σωτήρα πρὶν ἀπὸ τὸ σταυρικὸ πάθος, πιστοποιώντας τὴν ἀνάσταση καὶ κάπως τὶς ἐλέγχουν μὲ δριμύτητα, ἐπειδὴ λησμόνησαν τὰ θεϊκὰ λόγια. «Θυμηθεῖτε τί σᾶς εἶπε στὴ Γαλιλαία· “ὅτι Πρέπει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραδοθεῖ στὰ χέρια ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ σταυρωθεῖ καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα νὰ ἀναστηθεῖ”».

 Κατανόησαν ὅτι ὁ Σωτήρας δὲν προανήγγειλε μόνο στοὺς μαθητὲς ὅσα ἀφοροῦν στὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ στὶς ἱερές γυναῖκες πού τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ τὸν διακονοῦσαν. Γι’ αὐτὸ τὴν ὥρα πού τοὺς μιλοῦσε (ὁ ἄγγελος) «Θυμήθηκαν τὰ λόγια του». Γυρίζουν λοιπὸν πίσω γεμάτες πίστη καὶ χαρά, καὶ γίνονται στοὺς ἀποστόλους ἀπόστολοι, καὶ στοὺς κήρυκες κήρυκες, καὶ νικοῦν τὴ φύση καὶ ἀποδεικνύονται ἀνώτερες ἀπό τούς ἄνδρες. Γιατί αὐτοὶ κρύβονταν ἀπὸ τὸν φόβο τῶν Ἰουδαίων, αὐτὲς ὅμως μὲ ἀλύγιστο θάρρος κηρύττουν τὴν ἀνάσταση, ἔχοντας ἀρχηγὸ τὴ φλογερὴ καὶ θαρραλέα Μαγδαληνή.

Ἡ Παρθένος Μητέρα καὶ Δέσποινα ὅλης τῆς κτίσεως εἶχε πληροφορηθεῖ ἐσωτερικὰ μὲ περισσότερη σαφήνεια ἀπ’ ὅλους γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Υἱοῦ της, ἐπειδὴ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς της λαμπρυνόταν μὲ περισσότερο φῶς, ἔδειχνε ὅμως πολὺ μεγάλη συστολή, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ὅτι μιλάει δείχνοντας εὔνοια. Τὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνὴ ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ ἡ ἀσθένεια τῆς φύσεως τὴν ἀνάγκαζε νὰ δυσπιστεῖ, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅμως, οἱ φλόγες τοῦ θεϊκοῦ ἔρωτα δὲν τὸ συγχωροῦσαν αὐτό, ἀλλά κέντριζαν στὴν ἔρευνα τῆς ἀναστάσεως μὲ περισσότερη περιέργεια.

 Μαζὶ μὲ αὐτὲς πορευόταν καὶ ἡ Ἰωάννα, γυναίκα εὐγενὴς καὶ ἐπίσημη, ἡ ὁποία εἶχε ἄφθονο ὑλικὸ πλοῦτο, περισσότερο ὅμως ψυχικὸ,  ἡ ὁποία (ὄντας σύζυγος τοῦ Χουζᾶ), ἀφοῦ περιφρόνησε τὴν συζυγικὴ κοίτη τοῦ Χουζᾶ, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπίτροπος τοῦ Ἡρώδη (δηλ. οἰκονόμος καὶ διαχειριστής του), εἶχε γίνει μαθήτρια τοῦ Κυρίου, ἀκολουθώντας τὶς ἄλλες καὶ διακονώντας μὲ τὰ περιουσιακά της στοιχεῖα.

Οἱ Μυροφόρες διδάσκουν; Τό παράδειγμα τῆς πρωτομάρτυρος Θέκλης».  (Λουκ.κδ’, 9-10]

Δὲν ἀγνοῶ ἐπίσης ὅτι μερικοὶ κατηγοροῦν αὐτοὺς πού λέγουν ὅτι οἱ μυροφόρες δὲν ἔγιναν εὐαγγελίστριες καὶ κήρυκες τῆς ἀναστάσεως -ἐπειδή, λένε, ὁ Παῦλος δὲν ἐπιτρέπει στὶς γυναῖκες νὰ διδάσκουν- ὅμως αὐτὲς δὲν δίδαξαν τοὺς ἀποστόλους, ἀλλά ἀνέφεραν τὸ γεγονός. Αὐτὰ ἰσχυρίζονται μερικοὶ πονηροί.

Καὶ δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωρήσουμε αὐτὰ ἀποκυήματα ἀνδρείων λογισμῶν, ἀλλά δημιουργήματα παιδαριώδους ψυχῆς. Διότι οὔτε τότε ὑπῆρχε ἡ νομοθεσία τοῦ Παύλου, ἀλλ’ οὔτε μποροῦσε μὲ ἄλλο τρόπο νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ πρώτη πτώση τῶν γυναικῶν. Ἐπειδή, δηλαδή, ἡ προμήτωρ (Εὔα) δίδαξε ἄστοχα τὸν ἄνδρα στὸν παράδεισο, οἱ ἀπόγονοί της διδάσκουν ὀρθὰ τοὺς ἀποστόλους. Ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀπὸστολος Παῦλος πρόβαλλε τὴν πρωτομάρτυρα Θέκλα ὡς διδάσκαλο καὶ κήρυκα τῆς πίστεως. Ἀλλά σχετικὰ μὲ αὐτὰ καλύτερα ἀπὸ ἐμένα διηγεῖται ὁ γλυκὺς συγγραφέας τῶν Μεταφράσεων.

«Οἱ Ἀπόστολοι δυσπιστοῦν στό μήνυμα τῶν γυναικῶν,

Ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης στὸν τάφο». (Λουκ.κδ’, 11-12]

«Καί αὐτά τὰ λὸγια φάνηκαν στούς Ἀποστόλους σὰν ἀνοησία καὶ δὲν τὶς πίστευαν». Ὅπως φαίνεται, οἱ μαθητὲς εἶχαν κυριευτεῖ ἀπὸ τόσο μεγάλη ἀθυμία, ὥστε νὰ θεωροῦν τὰ μηνύματα τῶν θεοφιλῶν γυναικῶν ἀερολογίες. Γιατί ἄναψε μέσα τους τὸ πάθος τῆς ζηλοτυπίας, ἐπειδὴ εἶχαν προπορευθεῖ οἱ γυναῖκες.

 «Ὁ Πέτρος ὅμως σηκώθηκε καὶ ἔτρεξε στὸ μνῆμα· καὶ ἀφοῦ ἔσκυψε εἶδε τὰ σάβανα μόνα τους (χωρὶς τὸ σῶμα) καὶ ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του θαυμάζοντας τὸ γεγονός». Τὴν πορεία τοῦ Πέτρου μέχρι τὸν τάφο καὶ τὸ θέαμα τῶν σαβάνων τὰ διηγήθηκε σὲ μεγαλύτερη ἔκταση ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ὅμως, ὅταν ἡ Μαρία ἀνήγγειλε ὅτι «πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸν τάφο», ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης φθάνουν βιαστικὰ, καὶ μὲ πειστήρια τά ὀθόνια καί τό σουδάριο, συνεπέρασαν τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως.

Ὁ Πέτρος θαυμάζει γιὰ τὸ γεγονός, ἐπειδὴ γνώριζε καλὰ ὅτι τὰ σάβανα ἦταν κολλημένα στὸ δεσποτικὸ σῶμα μὲ ἀλόη καὶ σμύρνα καὶ ἑπομένως ἦταν δύσκολος ὁ ἀποχωρισμὸς τους ἀπὸ τὸ σῶμα. Ἐὰν ὅμως σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο ἒχω μιλήσει σχετικὰ μὲ αὐτά, μὴν ἀπορήσετε· γιατί τὰ καλά, ὅταν λέγονται πολλὲς φορές, δὲν ἐνοχλοῦν. Ἐξ ἄλλου, θέλω αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ μείνουν στὴ μνήμη σας ἀνεξίτηλα.

Ἐπίλογος

Ἄς μιμηθοῦμε καὶ ἐμεῖς τὶς θεοφιλεῖς αὐτὲς γυναῖκες· ἂς μιμηθοῦμε μὲ ζῆλο τὴν καλὴ Ἰωάννα, ἡ ὁποία ἑρμηνεύεται περιστερὰ•ἂς καταφρονήσουμε τὸν συγκάτοικό μας Κουζῶ, ὁ ὅποιος ἐκπροσωπεῖ τὸ φρόνημα τῆς σαρκός καὶ ἂς μαθητεύσουμε στὸν Χριστό, ὅσο τὸ ἐπιτρέπουν οἱ φυσικές μας δυνάμεις· ἂς γίνουμε περιστερὲς μὲ τὴν ἀκεραιότητα τῶν τρόπων μας, ὥστε νὰ δεχθοῦμε τὶς ἐλλάμψεις τῆς περιστερᾶς πού κατέβηκε πετώντας στὸν Ἰορδάνη, μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει κάθε δόξα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.

Ἁπό τό βιβλίο: “Τά ἕνδεκα Ἑωθινά Εὐαγγέλια”, π. Σ.Τρικαλιώτη. Ἐκδ. ΤΗΝΟΣ

Από την Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Καρέα ΕΔΩ