Λίγο πριν το Πάθος, στον κήπο της Γεσθημανής – η Προσευχή του Ιησού

Λίγο πριν το Πάθος, στον κήπο της Γεσθημανής – η Προσευχή του Ιησού

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Καιρός μετανοίας: Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ως την Μεγάλη Παρασκευή: Ομιλίες Β΄, 1η έκδ., Εκδόσεις: ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ, Αθήνα, 2010

Ας κοιτάξουμε προσεχτικά για λίγο τον κήπο της Γεθσημανή, εκεί όπου οι αποκαμωμένοι μαθητές Του κοιμούνταν, ενώ ο Κύριος είχε γονατίσει και προσευχόταν με αγωνία.
Πάτερ, ει βούλει παρενεγκείν τούτο το ποτήριον απ’ εμού πλην μη το θέλημά μου, αλλά το σόν γενέσθω… εγένετο δέ ο ιδρώς αυτού ώσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Λουκ. κβ’42,44).


Η θεότητα του Χριστού είναι αχώριστη από την ανθρωπότητα, μ’ όλο πού κατά καιρούς δείχνει να υπερισχύει πότε η μια και πότε η άλλη φύση. Όταν τον βλέπουμε μικρό παιδί στο σπήλαιο, τον θεωρούμε άνθρωπο. Όταν τον παρατηρούμε να φεύγει στην Αίγυπτο ή να εργάζεται στη Ναζαρέτ, τον θεωρούμε και πάλι άνθρωπο. Όταν τον βλέπουμε να πεινάει και να διψάει, στα μάτια μας είναι και πάλι άνθρωπος. Όταν όμως τον ατενίζουμε ν’ ανασταίνει τούς νεκρούς, να πολλαπλασιάζει τούς άρτους, να θεραπεύει τούς δαιμονισμένους και τούς λεπρούς, να ηρεμεί την καταιγίδα, να σταματά τον άνεμο και να περπατάει πάνω στα νερά σαν σέ στέρεο έδαφος, τότε δέ βλέπουμε άνθρωπο, αλλά Θεό.


Στον κήπο της Γεθσημανή τον βλέπουμε ως Θεό και ως άνθρωπο. Ως Θεό, γιατί αν και τρεις από τούς σπουδαιότερους ανθρώπους στον κόσμο, οι τρεις πρώτοι απόστολοί Του, δεν άντεξαν και κοιμήθηκαν από την κούραση, Εκείνος αντέχει, παραμένει άγρυπνος και προσεύχεται γονατιστός.
Τον βλέπουμε σαν Θεό, γιατί ποιος άλλος θα μπορούσε ή θα τολμούσε να μιλάει στο Θεό όπως μιλάει κανείς στον πατέρα του, εκτός από το Μονογενή Του Υιό, πού σαν Υιός γνώριζε ότι ήταν ένα με το Θεό και Πατέρα Του, ενωμένος μαζί Του; Τον βλέπουμε σαν Θεό, γιατί ποιός άλλος από τούς θνητούς θα τολμούσε να πει ότι, μ’ ένα Του λόγο θα μπορούσε να καλέσει κοντά Του δώδεκα λεγεώνες αγγέλων (βλ. Ματθ. κστ’53); Τον βλέπουμε σαν άνθρωπο επειδή γονατίζει στο έδαφος, Ιδρώνει από την αγωνία, αγωνίζεται εσωτερικά, φοβάται τα πάθη και το θάνατο και προσεύχεται για ν’ αποφύγει το πικρό ποτήρι των βασάνων.


Ποιος μπορεί να περιγράφει και να εκτιμήσει το πάθος του Χριστού την τρομερή εκείνη νύχτα πριν από τη σταύρωση, την ώρα πού υπόφερε ψυχικά και σωματικά; Αν στο σταυρό ο σωματικός πόνος ήταν μεγαλύτερος, εδώ το μεγαλύτερο πόνο τον είχε η ψυχή Του. Ο ευαγγελιστής γράφει πώς είχε αγωνία. Αύτη είναι εσωτερική αγωνία, της ψυχής. Είναι η ανθρώπινη ψυχή Του πού ζητά παρηγοριά από τον Πατέρα Του.
Είναι ένας μυστικός διάλογος του Ανθρώπου με τον αόρατο Πατέρα Του, στον όποιο διάλογο κρέμεται η ανθρωπότητα ολόκληρη, ολόκληρος ο δημιουργημένος κόσμος, από την αρχή ως το τέλος του. Από τη μια μεριά έχουμε τα φοβερά πάθη του Ανθρώπου πού χύνει τον Ιδρώτα σαν θρόμβους από αίμα μέσα στην κρύα νύχτα. Κι από την άλλη έχουμε το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Τα δύο αυτά συγκρούονταν μεταξύ τους κι έπρεπε να συμφωνήσουν.
Ο Άνθρωπος έλεγε: ει βούλει παρενεγχείν τούτο το ποτηριον απ’ εμού’ ο Θεάνθρωπος, ο υπάκουος Υιός, πρόσθετε: πλην μη το θέλημά μου, αλλά το σον γενέσθω. Κι ο Θεός αποφάσισε πώς το ποτήριο έπρεπε να το πιει ο Υιός Του.


Όταν ο Άνθρωπος δέχτηκε την απόφαση του Θεού, η ψυχή Του ειρήνεψε. Αύτη ήταν μια ειρήνη άγνωστη στη γη. Δεν μπορούσε να την διακόψει ούτε η προδοσία ούτε οι εμπτυσμοί, οι εμπαιγμοί, οι κολαφισμοί, το αγκάθινο στεφάνι, τα ψεύδη, οι συκοφαντίες, η αχαριστία κι οι πόνοι Του στο σταυρό. Ό Κύριος Ιησούς κατάφερε τη μεγαλύτερη νίκη Του ενάντια στο Σατανά στον κήπο της Γεθσημανή. Και το κατόρθωσε αυτό με την υπακοή στο Θεό Πατέρα Του. Με την παρακοή του στο Θεό ο Αδάμ νικήθηκε από το Σατανά. Με την υπακοή Του στο Θεό ο Χριστός κατατρόπωσε το Σατανά και χάρισε τη σωτηρία στον Αδάμ και στους απογόνους του. Στον κήπο της Εδέμ ο Σατανάς νίκησε τον άνθρωπο.


Στον κήπο της Γεθσημανή ο Άνθρωπος νίκησε το Σατανά. Αυτή είναι η σύγκρουση πού αναφέρει το ευαγγέλιο. Ήταν ο άνθρωπος πού έπρεπε να γίνει άνθρωπος-νικητής, όχι ο Θεός, ώστε όλοι οι άνθρωποι να έχουν μπροστά τους το παράδειγμα αυτό της σύγκρουσης και της νίκης – παράδειγμα ανθρώπινο, πού θα μπορούσαν να το μιμηθούν. Έτσι ο Θεός άφησε τον Άνθρωπο Ιησού ν’ αγωνιστεί και να συγκρουστεί με το Σατανά κι όλες του τις δυνάμεις. Από εκεί προκύπτει η μεγάλη αγωνία του Χριστού και η κραυγή παρενεγκείν τούτο το ποτήριον απ’ εμού. Από εκεί ο Ιδρώτας ωσεί θρόμβοι αίματος πού κυλούσαν στο πρόσωπό Του.
Αν όμως το σώμα του ανθρώπου είναι αδύναμο, το πνεύμα είναι δυνατό. Και το πνεύμα εξέρχεται νικηφόρο, πρώτα γιατί κυριαρχεί στο σώμα κι έπειτα στο Σατανά.
’Ίσως ο Σατανάς να μην μπόρεσε να δεχτεί πώς νικήθηκε κατά κράτος στον κήπο της Γεθσημανή, γι’ αυτό και συνέχισε να χαίρεται με τούς εμπαιγμούς πού δέχτηκε ο Χριστός, με τη σταύρωση και το θάνατο. Όταν ο Χριστός όμως μέσα από το θάνατο και τον τάφο Του κατέβηκε σαν κεραυνός στον Άδη, στο βασίλειο του Σατανά, αυτός συνειδητοποίησε πώς η φαινομενική νίκη του στο Γολγοθά ήταν απλά το μεσουράνημα της ήττας του στον κήπο της Γεθσημανή.
Με τον ίδιο τρόπο πού ο Κύριος Ιησούς σαν άνθρωπος πεινούσε και διψούσε, αγωνιούσε, έτρωγε και κοιμόταν, περπατούσε, μιλούσε, έκλαιγε και χαιρόταν, έτσι και έπαθε ως άνθρωπος. Κανένας μας λοιπόν ας μην πει πώς «του ήταν εύκολο να υποφέρει, αφού ήταν Θεός- εγώ πώς ν’ αντέξω αυτά τα πάθη;» Αυτά τα λόγια είναι άδεια, κενά, προέρχονται από άγνοια και χαυνότητα του νου. Τα πάθη δεν ήταν εύκολα για το Χριστό, γιατί δεν υπόφερε ως Θεός, άλλ’ ως άνθρωπος. Πρέπει να πούμε ακόμα πώς τα πάθη ήταν σκληρότερα γι’ Αυτόν πού ήταν αθώος, παρά για μάς πού είμαστε ένοχοι κι αμαρτωλοί. Ας μην ξεχνάμε ποτέ πώς όταν εμείς υποφέρουμε, είναι για τις αμαρτίες μας.


Ο Κύριος Ιησούς δεν υπόφερε επειδή έφταιγε, για τις δικές Του αμαρτίες, αλλά για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Όταν μια αμαρτία ήταν αρκετή να προκαλέσει θάνατο στον Αδάμ, όταν μια αμαρτία ήταν αρκετή να σημαδέψει για πάντα το μέτωπο του Κάιν, όταν για δύο ή τρεις αμαρτίες ο Δαβίδ υπόφερε τόσο πολύ, όταν για πολλές αμαρτίες καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ και αιχμαλωτίστηκε ο Ισραήλ, τότε μπορείς να φανταστείς πόσο έπρεπε να υποφέρει Εκείνος πού ήταν φορτωμένος με βουνά ολόκληρα από τις αμαρτίες όλου του κόσμου πού είχε φορτωθεί στους ώμους Του!
Αυτές ήταν φοβερές αμαρτίες. Αμαρτίες που έκαναν τη γη ν’ ανοίξει και να καταπιεί ανθρώπους και κτήνη. Αμαρτίες πού προκάλεσαν τον αφανισμό ολόκληρων πόλεων και λαών. Αμαρτίες πού έγιναν αιτίες για τον κατακλυσμό, για λιμούς, ξηρασίες, λοιμούς κι επιδρομές από ακρίδες και κάμπιες. Αμαρτίες πού έγιναν αιτίες να γίνουν πόλεμοι ανάμεσα σέ έθνη, με μεγάλες απώλειες και καταστροφές. Αμαρτίες πού άνοιξαν τις πύλες της ανθρώπινης ψυχής για να μπουν οι πονηροί δαίμονες.

Αμαρτίες πού σκότισαν τον ήλιο, τάραξαν τη θάλασσα και στέγνωσαν ποτάμια. Τί νόημα έχει να τ’ απαριθμήσουμε όλα; Μπορεί να μετρήσει κανείς την άμμο της θάλασσας ή τα χόρτα των κάμπων; Όλες αυτές οι αμαρτίες, πού καθεμιά τους είναι τόσο θανατηφόρα όσο το δηλητήριο του πιο φαρμακερού φιδιού (τα γάρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος), τις φορτώθηκε στους ώμους Του ο αθώος Άνθρωπος Ιησούς. Τας αμαρτίας ημών έλαβε.
Είναι περίεργο λοιπόν πού ο ιδρώτας Του έτρεχε ωσεί θρόμβοι αίματος; Είναι περίεργο πού ως άνθρωπος ζητούσε παρενεγκείν τούτο το ποτήριον; Ό απόστολος Παύλος λέει: «Μόλις γάρ υπέρ δικαίου τις αποθανείται… αλλά… ετι αμαρτωλών οντων ημών, Χριστός υπέρ ημών απέθανεν» (Ρωμ. ε’7-8).
Φαντάσου να σε τοποθετούσαν σέ ικρίωμα για χάρη κάποιου δίκαιου ανθρώπου, αναλογίσου πόσο δύσκολο θα ήταν. Και φαντάσου μετά να σέ τοποθετούσαν πάλι σε ικρίωμα για χάρη κάποιου κακούργου, πού είχε εγκληματήσει σέ βάρος σου. Σκέψου να σέ καταδίκαζαν σέ θάνατο για να σωθεί αυτός. Και μόνο με τη σκέψη αυτή θα Ιδρώσεις… Μόνο τότε θα πάρεις κάποια ιδέα για τον ιδρώτα του Χριστού πού έτρεχε ωσεί θρόμβοι αίματος. Και τότε, τρομοκρατημένος και φτάνοντας στα όρια της απόγνωσης, θα έκραζες δυνατά: ’Ίδε ο «Άνθρωπος, πού είναι Θεός!