Ο Ακάθιστος Ύμνος

Ο Ακάθιστος Ύμνος

Ενημερώνουμε ότι στο πλαίσιο των Ιερών Ακολουθιών που  τελούνται στο Ναό μας κατά την Παραμονή των Αχράντων Παθών του Κυρίου μας, αύριο Παρασκευή 8 Απριλίου 2022, θα τελεστούν  δύο ακολουθίες του Ακαθίστου ύμνου:

19:00-21:00: Η πρώτη Ακολουθία του Ακαθίστου ύμνου

21:00-01:00: Αγρυπνία Ακαθίστου ύμνου ( ΌΡΘΡΟΣ – ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ – ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ)

Το Προσκύνημα, επομένως των Αχράντων Παθών συνεχίζεται και διαμορφώνεται ως εξής:

Παρασκευή 8 Απριλίου 2022: 07:00 – 01:00 μετά τα μεσάνυχτα

Σάββατο 9 Απριλίου 2022: 07:00 -21:30

Κυριακή 10 Απριλίου 2022: 07:00 -21:00 (Αναχώρηση Ιερών Σεβασμάτων)

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ, από ΕΔΩ

Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοί·

Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα καὶ γιὰ τὶς ἑπόμενες πέντε ἑβδομάδες, ἀκούγεται κάθε Παρασκευὴ στὶς Ἐκκλησίες ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος. Ὁ Ὕμνος αὐτός, ποῦ ἀπὸ ποιητικῆς καὶ μελῳδικῆς πλευρᾶς θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς ὡραιότερούς της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔχει ἰδιαίτερη σημασία τόσο γιὰ τὴν Θρησκεία, ὅσο καὶ γιὰ τὸ Ἔθνος. 

Μὲ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου ἐκδηλώνονται εὐχαριστίες καὶ ἐγκώμια στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας. Ἀποτελεῖται, κατὰ βάση, ἀπὸ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο καὶ τὸν Κανόνα τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου, πλαισιωμένα μὲ ψαλμούς, ἀπολυτίκια καὶ εὐχές. Καὶ τὰ δυὸ χαρακτηρίζονται ὡς ἀριστουργήματα τῆς Βυζαντινῆς ὑμνολογίας , ποὺ ἐξαίρουν τὸ ἔργο καὶ τὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου , μὲ θεολογικὸ βάθος, κομψότητα λόγου, μουσικὸ κάλλος, ἁγιοπνευματικῆ ἔμπνευση.

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑ ΣΥΝΘΕΣΗΣ

Σύμφωνα μὲ τὸ Συναξαριστή, ὁ Ὕμνος δημιουργήθηκε τὸ 626, μετὰ τὴ σωτηρία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τὴν πολιορκία τῶν Ἀβάρων καὶ τῶν Περσῶν, ὁπότε καὶ ἐψάλει γιὰ πρώτη φορά. 

Κατὰ τὸ ἔτος 626 ἡ Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε ἀπὸ τοὺς Πέρσες καὶ Ἀβάρους. Ὁ βασιλέας Ἡράκλειος ἀπουσίαζε στὴ Μικρὰ Ἀσία σὲ πόλεμο κατὰ τῶν Περσῶν. Τότε ὁ φρούραρχος Βῶνος μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη Σέργιο ἀνέλαβαν τὴν ὑπεράσπιση τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ Πατριάρχης περιέτρεχε τὴ πόλη μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας καὶ ἐνεθάρρυνε τὰ πλήθη καὶ τοὺς μαχητές. 

Ξαφνικὰ ἔγινε φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος ποὺ δημιούργησε τρικυμία καὶ κατέστρεψε τὸν ἐχθρικὸ στόλο καὶ τὴ νύκτα τῆς 7ης πρὸς τὴν 8η Αὐγούστου, ἀναγκάσθηκαν νὰ φύγουν ἄπρακτοι. Ὁ λαὸς πανηγυρίζοντας τὴ σωτηρία του, συγκεντρώθηκε στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν καὶ ὅλοι ὄρθιοι ἔψαλλαν τὸν ἀπὸ τότε λεγόμενο «Ἀκάθιστο Ὕμνο» στὴν Παναγία, ἀποδίδοντας τὰ «νικητήρια» καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὴν «Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια».

Γιὰ νὰ ψαλθεῖ ὅμως τότε θὰ πρέπει νὰ εἶχε συντεθεῖ νωρίτερα, καθὼς δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ γίνει αὐτὸ σὲ μιὰ νύχτα. Κάποιοι μελετητὲς ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ ὕμνος ἔπρεπε νὰ προϋπῆρχε στὴ λειτουργικὴ πράξη, καὶ νὰ ψάλθηκε τότε «ὀρθοστάδην», ἀπὸ μεγίστη ἀφοσίωση πρὸς ἐγκωμιασμὸ τῆς Θεοτόκου. Καὶ προκρίθηκε αὐτὸς ὁ ὕμνος ἀπὸ κάποιον ἄλλον ἐνδεχομένως, ἐπειδὴ θὰ ἦταν κιόλας καθιερωμένος στὴν Ἀγρυπνία τῆς 15ης Αὐγούστου στὴ Βλαχέρνα, καὶ ἐπειδὴ τὸ περιεχόμενό του, μὲ χαρακτῆρα διηγηματικό, δογματικό, καὶ δοξολογικὸ – ἐγκωμιαστικὸ προσφερόταν γιὰ τὴ διάσωση καὶ τὴ λύτρωση τῆς Πόλης ἀπὸ τὴ δεινὴ περίσταση. 

Ὁ ὕμνος ἀναφέρεται σὲ ὅλο τὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Χριστοῦ, στὸ ὁποῖο εἶναι βασικὸς παράγοντας ἡ Θεοτόκος. Ἔτσι, ὁ μαριολογικὸς καὶ ὁ χριστολογικὸς χαρακτῆρας του εἶναι φανερός. 

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ YΜΝΟΥ

Ἡ ὀνομασία Ἀκάθιστος Ὕμνος ἀποδόθηκε στὸν Ὕμνο ὀφείλεται στὸ ὅτι «ὀρθοστάδην τότε πᾶς ὁ λαὸς κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν ὕμνον τῇ τοῦ Λόγου Μητρὶ ἔμελψαν καὶ ὅτι πᾶσι τοῖς ἄλλοις οἴκοις καθῆσθαι ἐξ ἔθους ἔχοντες, ἐν τοῖς παροῦσι τῆς θεομήτορος ὀρθοὶ πάντες ἀκροώμεθα». Αὐτὰ γράφει τὸ Συναξάριο, καὶ ἐντοπίζει «τὴν νύκτα ἐκείνη» τὸ καλοκαῖρι τοῦ 626.

Ἐπίσης, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ἐμφανίστηκε ὁ ὕμνος οἱ πιστοὶ σὲ κάθε εὐκαιρία καὶ ἀφορμή, τὸν ἔψαλαν ὄρθιοι καὶ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ συνδέθηκε μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοῦ ὁποίου τὴν ἀκολουθία τὸ ἐκκλησίασμα παρακολουθοῦσε ὄρθιο.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ

Ὁ Κανόνας τοῦ Ἀκάθιστου εἶναι ἔργο τῶν Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ (οἱ εἱρμοί) καὶ Ἰωσὴφ Ξένου τοῦ Ὑμνογράφου (τὰ τροπάρια) . Πηγὲς τοῦ Ὕμνου εἶναι ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐνῷ ὁ συνθέτης, ὁ χρόνος καὶ ἡ αἰτία τῆς σύνθεσης τοῦ Ὕμνου, παραμένουν ἀκόμα ἀνεξακρίβωτα ἀπὸ τοὺς μελετητές. Ἕνα εἶναι τὸ ἀδιαμφισβήτητο στοιχεῖο, πού μᾶς δίνουν οἱ σχετικές πηγές, ὅτι ὁ ὕμνος ἐψάλλετο ὡς εὐχαριστήριος ᾠδὴ πρὸς τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγὸ τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

Ὁ «Κανόνας» (τὰ Τροπάρια τῶν Χαιρετισμῶν), μὲ ἐννέα ᾠδὲς , οἱ εἱρμοὶ τῶν ὁποίων εἶναι:

α) Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος,

γ) Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε,

δ) Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ ἐπὶ θρόνου θεότητος,

ε) Ἐξέστη τὰ σύμπαντα, ἐπὶ τῇ θεία δόξη σου,

στ) Τὴν θείαν ταύτην καὶ πάντιμον,

ζ) Οὐκ ἐλάτρευσαν, τὴ κτίσει οἱ θεόφρονες,

ἡ) Παίδας εὐαγεῖς ἐν τὴ καμίνω,

θ) Ἅπας γηγενής, σκιρτάτω τῷ πνεύματι,

Ὁ «Ἀκάθιστος Ὕμνος»: περιλαμβάνει τὸ Ἀπολυτίκιο «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβῶν ἐν γνώσει» , τὸ Κοντάκιο «Τῇ Ὑπερμάχω Στρατηγῶ τὰ νικητήρια» , τοὺς 24 Οἴκους (στροφές) σὲ ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα (Α – Ω) καὶ δυὸ Ἐφύμνια (ἡ τελευταία φράση τοῦ ὕμνου ποὺ ἐπαναλαμβάνει ὁ λαός) τὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» καὶ τὸ «Ἀλληλούϊα».

Ἰδιαίτερη εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ ξεχωριστὸς ὁ σεβασμός, μὲ τὸν ὁποῖο τὸ σύνολο τῶν πιστῶν περιβάλλει τὴν Ἀκολουθία τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου. Ἀγάπη καὶ σεβασμὸς ποὺ πηγάζουν καὶ ἐμπνέονται ἀπὸ τὸ πρόσωπο πρὸς τὸ ὁποῖο ἀπευθύνεται ἡ Ἀκολουθία, ἀπὸ τὴν ἐκφραστικότητα καὶ τὸν πλοῦτο τῶν κειμένων, ἀπὸ τὸ μελῳδικὸ ἔνδυμα τῶν λόγων. Ἀγάπη καὶ σεβασμὸς ποὺ ἐκδηλώνονται μὲ τὴν εὐλαβῆ παρουσία καὶ ἐνεργὸ συμμετοχὴ στὴν Ἀκολουθία τῶν «πιστῶς προσκυνούντων καὶ δοξαζόντων» Χριστιανῶν, τὰ ἀπογεύματα τῆς Παρασκευῆς καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. 

Ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος χαρακτηρίζεται ὡς ἕνα ἀριστούργημα τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας, γραμμένο πάνω στοὺς κανόνες τῆς ὁμοτονίας, ἰσοσυλλαβίας καὶ μερικῶς τῆς ὁμοιοκαταληξίας. Ἡ γλῶσσα τοῦ ὕμνου εἶναι σοβαρὴ καὶ ρέουσα, γεμάτη ἀπὸ κοσμητικὰ ἐπίθετα καὶ πολλὰ σχήματα. Ἔτσι ἡ ἐξωτερική του μορφὴ παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία καὶ ὡραιότητα, ποὺ συναγωνίζεται τὸ βαθύ του περιεχόμενο. 

Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει τὸν πλοῦτο τοῦ λόγου, τὴν ὕπαρξη σχημάτων, τὴν ποιητικότητα ὁρισμένων στίχων καὶ προπαντὸς τὸ ὑψηλὸ περιεχόμενο τοῦ ὕμνου, ποὺ ἐξυμνεῖ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Εἶναι ἀλλεπάλληλες οἱ ἐκφράσεις χαρᾶς, ἀγαλλιάσεως καὶ λυτρώσεως ποὺ δίνουν ἐνθουσιαστικὸ τόνο στὸν ὕμνο.

Τὸ γεγονὸς δὲ ὅτι ἀπ’ ὅλα τὰ κοντάκια μόνο αὐτὸ εἶναι σήμερα σὲ χρήση στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας δείχνει τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐντύπωση ποὺ ἔκανε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ κάνει στοὺς πιστούς μέχρι σήμερα.

Ολόκληρο το κείμενο του Ακαθίστου Ύμνου από την ιστοσελίδα Μυριόβιβλος της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΕΔΩ) :
ΟΙ ΟΙΚΟΙ
[Ἀκροστιχίς: κατ’ ἀλφάβητον]

α’ Στάση
Ἄγγελος πρωτοστάτης,
οὐρανόθεν ἐπέμφθη,
εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε•
καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,
ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα•
Χαῖρε, δ’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Βλέπουσα ἡ Ἁγία,
ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ,
φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως•
τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς,
δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται•
ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως,
τὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων•
Ἀλληλούια.
Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι,
ἡ Παρθένος ζητοῦσα,
ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα•
ἐκ λαγόνων ἁγνῶν,
υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν;
λέξον μοι.
Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ,
πλὴν κραυγάζων οὕτω•
Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις,
χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,
χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός,
χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν.
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα,
χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα.
Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν,
Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Δύναμις τοῦ Ὑψίστου,
ἐπεσκίασε τότε,
πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω•
καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν,
ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι,
τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν,
ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως•
Ἀλληλούια.
Ἔχουσα θεοδόχον,
ἡ Παρθένος τὴν μήτραν,
ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ.
Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν,
τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε,
καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν,
ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον•
Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα,
χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα.
Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον,
χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα,
Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν,
χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις,
χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα,
χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία,
χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων,
λογισμῶν ἀμφιβόλων,
ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη•
πρὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν,
καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε•
μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν,
ἐκ Πνεύματος Ἁγίου,
ἔφη•
Ἀλληλούια.
β’ Στάση
Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,
τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν•
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον•
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι’ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Θεοδρόμον ἀστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ•
καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
δι’ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες•
Ἀλληλούια.
Ἴδον παῖδες Χαλδαίων,
ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,
τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους•
καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,
εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,
ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,
καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ•
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,
χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,
χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων.
Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,
χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,
χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Κήρυκες θεοφόροι,
γεγονότες οἱ Μάγοι,
ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,
ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,
καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,
ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,
μὴ εἰδότα ψάλλειν•
Ἀλληλούια.
Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,
φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας,
τοῦ ψεύδους τὸ σκότος•
τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,
μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,
ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον•
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,
χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα.
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν.
Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Μέλλοντος Συμεῶνος,
τοῦ παρόντος αἰῶνος,
μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος,
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
ἀλλ’ ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος•
διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν,
κράζων•
Ἀλληλούια.
γ’ Στάση
Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένοις•
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες•
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ’ οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες•
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος•
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας•
Ἀλληλούια.
Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος•
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα•
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι’ ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι’ ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τὸ μέγα,
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον•
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως•
Ἀλληλούια.
Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε•
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας•
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν•
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε•
καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι’ ἡμᾶς ἐφάνη καθ’ ἡμᾶς ἄνθρωπος•
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει•
Ἀλληλούια.
δ’ Στάση
Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,
οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας•
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου•
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν•
Ἀλληλούια.
Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον•
τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα•
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Χάριν δοῦναι θελήσας,
ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος•
καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως•
Ἀλληλούια.
Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,
ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας•
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι’ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,
ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
ἁγιώτατον Λόγον•
δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
τοὺς σοὶ βοῶντας•
Ἀλληλούια.