Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή της Σαμαρείτιδος, 30/05/2021

Ιωάν. δ΄ 5-42

Ο Ιησούς συνομιλεί με τη Σαμαρείτιδα

5 …ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν  Ἰακὼβ  Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ  Ἰακώβ. ὁ οὖν  Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. 7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ  Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται  Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; 12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν  Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· 14 ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. 15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν  Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν  Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν  Ἰουδαίων ἐστίν. 23 ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; 28  Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· 29 δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν.

31  Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ  Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. 37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 39  Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

Απόδοση στη Νέα Ελληνική

5 ‘Ερχεται (ο Ιησούς) έτσι σε μια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Συχάρ, κοντά στο μέρος που είχε δώσει ο Ιακώβ στο γιο του τον Ιωσήφ. 6 Στο μέρος αυτό υπήρχε ένα πηγάδι·  και ο Ιησούς, καθώς ήταν κουρασμένος από την οδοιπορία, εκάθισε με απλότητα επάνω στο πηγάδι. Ήταν τότε η ώρα περίπου έξι (δηλαδή 12 το μεσημέρι).

7 Έρχεται μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό. Της λέγει ο Ιησούς: «Δώσε μου να πιω!». 8 Οι μαθητές του στο μεταξύ είχαν πάει στην πόλη ν’ αγοράσουν τρόφιμα 9 Του λέγει λοιπόν η γυναίκα εκείνη, η Σαμαρείτιδα: «Πώς σύ, ένας Ιουδαίος ζητείς νερό να πιείς, από εμένα, μια γυναίκα Σαμαρείτιδα;» Το είπε αυτό, γιατί οι Ιουδαίοι δεν μιλιούνται με τους Σαμαρείτες! 10 Της απάντησε ο Ιησούς και της είπε: «Αν ήξερες, τι δωρεά του Θεού ευρίσκεται μπροστά σου, και ποιος είν’ Αυτός που σου λέγει “δώσε μου να πιω”, θα Του εγύρευες εσύ νερό και θα σου έδινε ύδωρ ζων». 11 Του λέει η γυναίκα: “Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε κουβά. Και το πηγάδι είναι βαθύ. Από πού, λοιπόν, το έχεις το ύδωρ το ζων; 12 Μήπως είσαι μεγαλύτερος και από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, που μας έδωσε αυτό το πηγάδι· και ήπιε απ’ αυτό και ο ίδιος και τα παιδιά του και τα θρέμματά του! » 13 Της απάντησε ο Ιησούς και της είπε: «Όποιος πίνει απ’ αυτό το νερό, θα διψάσει πάλι. 14 Ενώ όποιος πιει από το νερό που θα του δώσω Εγώ, θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ’ αναβλύζει την αιώνιο ζωή». 15 Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, δώσε μου αυτό το νερό για να μη διψω πια· και να μη χρειάζεται πια να έρχομαι ως εδώ να βγάζω νερό!».

16 Της απάντησε: «Πήγαινε, φώναξε τον άντρα σου κι έλα εδώ (μαζί του)!» 17 Του απάντησε η γυναίκα. Του είπε: «Δεν έχω άντρα». Της είπε ο Ιησούς: «Καλά το είπες ότι “δεν έχω άντρα”! 18 Γιατί μέχρι τώρα επήρες πέντε άντρες·  και αυτός που έχεις τώρα, δεν είναι δικός σου άντρας. Αυτό που είπες είναι αληθινό». 19 Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι Σύ είσαι προφήτης! 20 Οι πατέρες μας ελάτρευαν το Θεό στο όρος αυτό. Σείς, όμως, λέτε ότι ο τόπος όπου πρέπει να λατρεύουμε το Θεό είναι στην Ιερουσαλήμ.» 21 Της λέγει ο Ιησούς: «Πίστεψε με, καλή γυναίκα, ότι έρχεται ώρα που δεν θα χρειάζεται πια να λατρεύετε τον Πατέρα ούτε στο όρος αυτό, ούτε στην Ιερουσαλήμ. 22 Εσείς (οι Σαμαρείτες) λατρεύετε κάτι που δεν το ξέρετε. Εμείς λατρεύουμε κάτι που το ξέρουμε·  ότι, δηλαδή, ο Σωτήρας είναι από τους Ιουδαίους. 23 Όμως έρχεται ώρα, (η ώρα αυτή έχει πλέον έρθει) που, όσοι λατρεύουν το Θεό αληθινά, θα λατρεύουν τον Πατέρα “εν Πνεύματι και Αληθεία”. Ναι, έτσι τους θέλει ο Πατέρας, εκείνους που Τον λατρεύουν. 24 Ο Θεός είναι Πνεύμα·  και όσοι Τον λατρεύουν, πρέπει να Τον λατρεύουν εν Πνεύματι και Αληθεία».  25 Του λέει η γυναίκα: «Ξέρω ότι έρχεται ο Μεσσίας, που στα ελληνικά λέγεται Χριστός· και ότι Εκείνος, όταν θα έλθει, θα μας τα εξηγήσει όλα». 26 Της λέγει ο Ιησούς: «Εγώ είμαι·  εγώ που μιλάω μαζί σου».

27 Στο σημείο αυτό ήλθαν οι μαθητές Του·  και  τα έχασαν, που Τον είδαν να μιλάει με γυναίκα. Μα κανείς τους δεν Του είπε: “Τι γυρεύεις;” ή “Τι κουβεντιάζεις μαζί της;” 28 Και να, άφησε η γυναίκα τη στάμνα της εκεί και έτρεξε στην πόλη· και λέει στους ανθρώπους: 29 «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο, που μου τα είπε όλα όσα έχω κάνει. Μήπως είναι ο Χριστός;» 30 Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη κι έρχονταν προς Αυτόν.

31 Στο μεταξύ, οι μαθητές Του τον παρακαλούσαν και του έλεγαν: «Ραββί, (Διδάσκαλε), φάε κάτι». 32 Μα εκείνος τους απάντησε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν την ξέρετε!». 33 Οι μαθητές έλεγαν μεταξύ τους: «Μήπως του έφερε κανείς κάτι να φάει;» 34 Αλλά ο Ιησούς τους είπε: «Εμένα τροφή μου είναι να κάνω το θέλημα Εκείνου που με απέστειλε· και να τελειώσω το έργο Του. 36 Εσείς δεν λέτε “τέσσερις μήνες ακόμη, και έρχεται ο θερισμός”; Να, τώρα σας το λέγω: σηκώστε τα μάτια σας και ρίχτε μια ματιά στα χωράφια·  είναι κιόλας λευκά, έτοιμα για θερισμό. 36 Και όποιος θερίζει, και μισθό παίρνει, και συνάγει καρπό για την αιώνιο ζωή· για να χαίρουν μαζί, εκείνος που σπέρνει και εκείνος που θερίζει. 37 Όμως ο λόγος ο αληθινός, από τα συνηθισμένα μας διαφέρει σε τούτο: ότι Άλλος είναι Εκείνος που σπέρνει και άλλος εκείνος που θερίζει”. 38 Εγώ σας στέλνω να θερίσετε αυτό, για το οποίο δεν κοπιάσατε· Κάποιοι Άλλοι εκοπίασαν· και σείς εμπήκατε στον κόπο τους». *

39 Και λοιπόν, από την πόλη εκείνη επίστευσαν κιόλας σ΄ Αυτόν πολλοί, όλοι Σαμαρείτες, επηρεασμένοι από τα λόγια της γυναίκας, που τους διαβεβαίωνε ότι:  «Μου τα είπε όλα όσα έχω κάνει». 40 Αυτοί, λοιπόν, οι Σαμαρείτες, όταν έφθασαν κοντά Του, άρχισαν να Τον παρακαλούν να μείνει στην πόλη τους. Και έμεινε εκεί δύο μέρες. 41 Στο διάστημα αυτό, χάρις στο λόγο Του, επίστευσαν πολύ περισσότεροι!  42 Και όλοι μαζί έλεγαν στη γυναίκα: «Εμείς δεν πιστεύουμε πιά σ΄Αυτόν επειδή επηρεαστήκαμε από αυτά που εσύ μας είπες! Να, Τον ακούσαμε με τα ίδια μας τα αυτιά! Και το καταλάβαμε καλά, ότι πραγματικά Αυτός είναι ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός». 

* Με τα λόγια αυτά ο Ιησούς προτρέπει να βιαστούμε, να γίνουμε θεριστές των καρπών της χάριτος που δεν σπείραμε εμείς, αλλά έσπειραν και καλλιέργησαν ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, και ιδίως ο Υιός με τα άχραντα Πάθη Του. 

Η Κυριακή της Σαμαρείτιδος (Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom (†))

Όταν η Σαμαρείτης βιάστηκε για να γυρίσει στο χωριό της και άρχισε να καλεί τους γείτονές της για να έρθουν και να δουν το Χριστό, είπε: Ελάτε! Είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος μου τα είπε όλα όσα έκανα! Και ο κόσμος μαζεύτηκε και άκουγε όσα ο Χριστός είχε να τους πει.

Καμιά φορά σκεφτόμαστε: Τι απλά ήτανε τότε! Πόσο εύκολα η γυναίκα μπόρεσε να πιστέψει, και τι εύκολο ήταν για αυτήν, αφού μόλις είχε εντυπωσιαστεί από την θαυμάσια συνάντηση, στράφηκε στους άλλους για να τους πει: “Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μιλάει, όπως δεν μίλησε ποτέ ένας άνθρωπος. Να δείτε τον άνθρωπο ο οποίος χωρίς να πω καμία λέξη, με κοίταξε και είδε το βάθος της καρδιάς μου και το σκοτάδι της ζωής μου. Είδε και τα κατάλαβε όλα!”. Άραγε δεν συμβαίνει αυτό με καθέναν από μας;

Ο Χριστός δεν της είχε πει κάτι πολύ ιδιαίτερο. Της είπε μόνο, ποια είναι, πώς είναι η ζωή της, πώς τη βλέπει ο Θεός. Αυτό μπορεί να μας το πει κάθε μέρα και όχι μέσα από ένα μυστηριώδες βίωμα, όπως έχει συμβεί σε μερικούς αγίους, αλλά με πιο απλό τρόπο.

Αν στραφούμε στο Ευαγγέλιο και το διαβάζουμε κάθε μέρα ή το διαβάζουμε από καιρό σε καιρό με μια ανοιχτή καρδιά – την οποία δεν έχουμε πάντα – μπορούμε να φανταστούμε, πως ο Χριστός κρατάει μπροστά μας έναν καθρέπτη, στον οποίον βλέπουμε τον εαυτό μας, “ποιος είμαι”. Μπορούμε να χαιρόμαστε με αυτό που βλέπουμε ή, αντίθετα, να τρομάξουμε, πόσο διαφορετικοί είμαστε από ότι φαινόμαστε ή από τις δικές μας αυταπάτες για τον εαυτό μας. Ο Χριστός είπε στη γυναίκα: “Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου!”. Εκείνη αποκρίθηκε: “Δεν έχω άντρα”. Και ο Χριστός τότε απάντησε: «Σωστά είπες, γιατί πέντε άντρες πήρες, και αυτός που μαζί του τώρα ζεις, δεν είναι άντρας σου» …

Μερικοί πατέρες σχολίαζαν αυτή την κουβέντα με τα εξής: Ο Χριστός της είπε μεταφορικά: Ναι, ήσουν παντρεμένη με όλα όσα μπορούσαν να σου προσφέρουν οι πέντε αισθήσεις και έχεις καταλάβει ότι δεν μπορείς να βρεις ολοκληρωμένη ικανοποίηση από καμία από αυτές. Τώρα απόμεινες μόνο εσύ η ίδια: το σώμα σου και ο νους σου. Και αυτά δεν μπορούν να σε χορτάσουν περισσότερο από τις πέντε αισθήσεις, ούτε να σου δώσουν εκείνη την πληρότητα, που χωρίς αυτή δεν μπορείς να ζεις. …

Άραγε, δεν μας λέει ο Χριστός αυτό, όταν διαβάζουμε το Ευαγγέλιο, όταν βάζει μπροστά μας την εικόνα, ποιος θα μπορούσαμε να είμαστε, όταν μας καλεί σ’ εκείνο το μεγαλείο, για το οποίο μας προόρισε; Για εκείνο το μεγαλείο, το οποίο ο απόστολος Παύλος περιγράφει σαν ώριμη ηλικία του Χριστού: Να είμαστε ανθρώπινοι, όπως Εκείνος. Επειδή είναι γνήσιος άνθρωπος που έφτασε την πληρότητα της ολόκληρης, ατελείωτης κοινότητας με το Θεό.

Ας διδαχτούμε από αυτή την γυναίκα! Γιατί κι εμείς στρεφόμαστε προς όλες τις κατευθύνσεις, για να πάρουμε τροφή τούτου του κόσμου, για να χορτάσουμε, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να χορτάσουμε από τίποτα, γιατί ο άνθρωπος είναι πιο βαθύς από τον υλιστικό κόσμο, είναι αρκετά φαρδύς για την ψυχολογίαΜόνο ο Θεός μπορεί να γεμίσει αυτό το πλάτος και βάθος. Αν μόνο μπορούσαμε να το καταλάβουμε, θα βρισκόμασταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση με τη γυναίκα. Δεν χρειάζεται, όμως, να συναντήσουμε τον Χριστό σ΄ένα πηγάδι. Επειδή το πηγάδι είναι το Ευαγγέλιο, μια πηγή από όπου κυλάει το νερό της ζωής. Το Ευαγγέλιο δεν είναι υλιστικό πηγάδι. Είναι πηγάδι για το άλλο νερό, το οποίο πρέπει να πίνουμε.

Ας ακολουθήσουμε αυτή τη γυναίκα! Ας συνειδητοποιήσουμε και ας καταλάβουμε, ότι όλα αυτά με τα οποία είμαστε δεμένοι σαν να τα είχαμε παντρευτεί, δεν μπορούν να μας ικανοποιήσουν. Ας αναρωτηθούμε: Ποιος είμαι μέσα σε εκείνη τη εικόνα, όπου με βλέπει ο Θεός; Και τότε μπορούμε να πάμε στους άλλους για να τους πούμε: “Συνάντησα έναν άνθρωπο που έβαλε έναν καθρέπτη μπροστά μου, και είδα τον εαυτό μου, όπως είμαι. Μου έχει πει τα πάντα για μένα. Έλα να δεις! Πάμε να τον ακούσεις”! Και οι άνθρωποι θα έρθουν και θα ακούσουν και τότε θα στραφούν σε μας και θα πουν: “Η πίστη μας δεν στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια, γιατί εμείς οι ίδιοι Τον έχουμε τώρα ακούσει, και ξέρουμε πως πραγματικά Αυτός είναι ο Χριστός και σ΄Αυτόν πιστεύουμε”.

Αμήν

Πηγή: Η ΆΛΛΗ ΌΨΙΣ ΕΔΩ

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Τὸ φαιδρὸν τῆς Ἀναστάσεως κήρυγμα, ἐκ τοῦ Ἀγγέλου μαθοῦσαι, αἱ τοῦ Κυρίου Μαθήτριαι, καὶ τὴν προγονικὴν ἀπόφασιν ἀπορρίψασαι, τοῖς Ἀποστόλοις καυχώμεναι ἔλεγον· Ἐσκύλευται ὀ θάνατος, ἠγέρθη Χριστὸς ὁ Θεός, δωρούμενος τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῆς Μεσοπεντηκοστῆς.
Μεσούσης τῆς ἑορτῆς διψῶσάν μου τήν ψυχήν εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω. Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὸ ὕδωρ ὡς ἤντλησας, τῆς αἰωνίου ζωῆς, εὑροῦσα καθήμενον, παρὰ τὸ φρέαρ σεμνή, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, λόγοις σου θεηγόροις, καὶ ἐν ἄθλοις ἀνδρείοις, ᾔσχυνας τὴν ἀπάτην, Ἰσαπόστολε Μάρτυς· διὸ σὲ Ἀθληφόρε Φωτεινή, ὕμνοις γεραίρομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Πίστιν Χριστοῦ.
Πίστειν ἐλθοῦσα ἐν τῷ φρεάτι, ἡ Σαμαρεῖτις ἐθεάσατο, τὸ τῆς σοφίας ὕδωρ σε, ᾧ ποτισθεῖσα δαψιλῶς, βασιλείαν τὴν ἄνωθεν ἐκληρώσατο αἰωνίως ἡ ἀοίδιμος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἰσαπόστολε Φωτεινή, ἡ ἐκ Σαμαρείας, ἀνατείλασα ὡς ἀστήρ· χαῖροις ἡ τοῖς ῥείθροις, τοῦ νάματος τοῦ θείου, καὶ ἄθλοις μαρτυρίου, κόσμον εὐφράνασα.