Ιερά Σύνοδος: «Νά ντυ­θοῦν τό τί­μι­ο ρά­σο τά παι­δι­ά μας πού τό ἐ­πι­θυ­μοῦν, νά πε­ρι­βλη­θοῦν τόν αἱ­μά­τι­νο μαν­δύ­α τοῦ τρί­βω­νος τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης. Τό αἱ­μα­το­βαμ­μέ­νο ἅ­γι­ο ρά­σο!» (εγκύκλιος 3087).

Η Ιερά Σύνοδος, με την υπ’ αριθμ. 3087 εγκύκλιό της, καλεί τους νέους, εφ’ όσον το επιθυμούν, να «Νά ντυ­θοῦν τό τί­μι­ο», «αἱματοβαμμένο», «ἅγιο ρά­σο»!


<< Τέ­κνα ἐν Κυ­ρίῳ ἀ­γα­πητά,

Στήν καρ­δι­ά τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, τήν Κυ­ρι­α­κή τῆς Σταυ­ρο­προ­σκυ­νή­σε­ως, ἐ­θε­ώ­ρη­σαν κα­λό οἱ Ἅ­γι­οι Πα­τέ­ρες νά ὑ­ψώ­σουν κά­τω ἀ­πό τούς τρούλ­λους τῶν παν­σέ­πτων Να­ῶν γι­ά προ­σκύ­νη­ση τό «τρό­παι­ο κα­τά τοῦ θα­νά­του», τό «ζω­ο­μύ­ρι­στο ξύ­λο» τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ τοῦ Κυ­ρί­ου μας. Ἐπέ­λε­ξαν τό ση­μεῖ­ο, τό σύμ­βο­λο καί συμ­βό­λαι­ο τῆς ἀ­γά­πης, τῆς ζω­ῆς καί τῆς κα­ταλ­λα­γῆς, δη­λα­δή τῆς συμ­φι­λι­ώ­σε­ως μέ τόν Θε­ό, γι­ά στή­ριγ­μα καί πα­ρα­μυ­θί­α ὅ­σων γύ­ρε­ψαν ἐ­λεύ­θε­ρα νά πο­ρευ­τοῦν στό στά­δι­ο τῶν ἀ­ρε­τῶν γι­ά ν’ ἀ­πο­λαύ­σουν ὡς μέ­λι γλυ­κύ­τα­το τίς ἄ­πει­ρες δω­ρε­ές πού ξε­πη­δοῦν ἀ­π’ τή Σταυ­ρω­μέ­νη Θε­α­γά­πη.

Ὁ ζω­ο­ποι­ός Σταυ­ρός προ­βάλ­λε­ται σάν ἡ μο­να­δι­κή ἀπάντη­ση στήν προ­αι­ώ­νι­α ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που γι­ά ζω­ή καί ἀθα­να­σί­α· σάν τό ἀ­κέ­νω­το ἁ­γι­ο­πό­τη­ρο τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, πού ὁ Θε­ός ἔ­στη­σε ἀ­νά­με­σά μας καί “ἐ­πλή­ρω­σε” μέ τό μα­κά­ρι­ο αἷ­μα Του. Ἐ­κεῖ­νος «πέ­θα­νε, γι­ά νά ζή­σου­με ἐ­μεῖς», κα­τά τόν Θε­ο­λό­γο Γρη­γό­ρι­ο, καί γύ­ρε­ψε ἀ­πό ­᾿μᾶς ἁ­πλά, ἀλ­λά μέ ὑ­πα­κο­ή στό ἅγι­ο θέ­λη­μά Του, νά γευ­ό­μα­στε ἑ­κού­σι­α τή χα­ρά τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, κι ἄς πλη­γώ­νε­ται Ἐ­κεῖ­νος ὡς Θε­ός κι ἄς κρα­τά­ει παν­το­τι­νά τά ἄ­χραν­τα χέ­ρι­α Του ἁ­πλω­μέ­να στόν Σταυ­ρό καί ἄς ἔχει τήν πλευ­ρά τρυ­πη­μέ­νη γι­ά ν’ ἀ­να­βλύ­σει τό νε­ρό τοῦ Βα­πτί­σμα­τος καί τό αἷ­μα τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας, ἡ κοι­νω­νί­α δη­λα­δή καί ἡ ὑ­πό­στα­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­λευ­θε­ρί­ας.

Ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός εἶ­ναι ἡ πί­στη τοῦ Σταυ­ροῦ: προ­σκυ­νοῦ­με τό “φυ­τό τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως”, τό “ξύ­λο τῆς αἰ­ώ­νι­ας ζω­ῆς” σάν δυ­να­τό­τη­τα με­το­χῆς μας στήν ἀ­να­στη­μέ­νη φύ­ση τοῦ Θε­αν­θρώ­που· χαι­ρε­τί­ζου­με τόν κρου­νό τῆς ζω­ῆς πού ξε­πε­τάχ­τη­κε ἀ­π’ τόν Τά­φο Του, σάν ἀ­πό νυ­φι­ά­τι­κη πα­στά­δα ἀ­να­και­νι­σμέ­νη. Γι’ αὐ­τό τό ἀ­κα­τα­μά­χη­το τεῖ­χος καί ἅ­γι­ο ὅ­πλο τῶν ὀρ­θο­δό­ξων, ὁ ἅ­γι­ος Ἐ­φραίμ ὁ Σύ­ρος θά πεῖ: «Ὁ Σταυ­ρός εἶ­ναι πού στά­θη­κε μέ­σα στήν οἰ­κου­μέ­νη, πού φυ­τεύ­τη­κε στόν τό­πο τοῦ Κρα­νί­ου κι ἀ­μέ­σως βλά­στη­σε τό κλῆ­μα τῆς ζω­ῆς». Κι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στόν Σταυ­ρω­θέν­τα Κύ­ρι­ό της θά ψά­λει τή Μεγάλη Πέμ­πτη: «Σταυ­ρώ­θη­κες γι­ά χά­ρη μου, γι­ά νά μοῦ προ­σφέ­ρεις τήν ἄ­φε­ση· κεν­τή­θη­κες στήν πλευ­ρά Σου γι­ά ν’ ἀ­να­βλύ­σεις γι­ά μέ­να τούς κρου­νούς τῆς ζω­ῆς· στά καρ­φι­ά καρ­φώ­θη­κες, ὥ­στε βλέ­πον­τας τό μέ­γε­θος τῶν πα­θη­μά­των Σου νά μπο­ρῶ νά κρά­ζω σέ Σέ­να, ζω­ο­δό­τα Χρι­στέ, βε­βαι­ώ­νον­τας τό ὕ­ψος τῆς δυ­νά­με­ώς Σου: δο­ξα­σμέ­νος νά ᾿­ναι ὁ Σταυ­ρός Σου Σω­τή­ρα μου καί τό Πά­θος Σου» (Ἀ­κο­λου­θί­α τῶν Πα­θῶν, Μα­κα­ρι­σμοί).

Τοῦ­το τό Τί­μι­ο Ξύ­λο, ὅ­μως, πού σή­με­ρα προ­βάλ­λε­ται σέ προ­σκύ­νη­ση καί στη­ριγ­μό “πά­σης πνο­ῆς”, κά­ποι­α χέ­ρι­α τρε­μά­με­να Τό κρα­τοῦν. Κά­ποι­α χέ­ρι­α Τό θυ­μι­ά­ζουν, Τό χαι­ρε­τοῦν, εὐ­λο­γοῦν μέ Αὐ­τό τόν Λα­ό τοῦ Θε­οῦ καί σφρα­γί­ζουν τά Τί­μι­α Δῶ­ρα! Τά χέ­ρι­α τοῦ Κλη­ρι­κοῦ! Τοῦ Ἐ­πι­σκό­που, τοῦ Πρε­σβυ­τέ­ρου, τοῦ Δι­α­κό­νου. Γι’ αὐ­τό σο­φά ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τήν ἡ­μέ­ρα τή με­γά­λη, τή ση­με­ρι­νή, τῆς Σταυ­ρο­προ­σκυ­νή­σε­ως τήν ἀ­φι­ε­ρώ­νει στίς ἱ­ε­ρα­τι­κές κλή­σεις.

Ἄ­ρα­γε τί ση­μαί­νει «ἡ­μέ­ρα ἱ­ε­ρα­τι­κῶν κλή­σε­ων»; Ση­μαί­νει γι­ά τά ὀρ­θό­δο­ξα δε­δο­μέ­να τήν πρό­σκλη­ση νά ἐν­δυ­θοῦν, νά ἐν­δυ­θοῦ­με κα­λύ­τε­ρα, ὅ­σοι τό ἐ­πι­θυ­μοῦ­με, ὅ­σοι κλη­θοῦ­με κι ἔ­χου­με τή λαχ­τά­ρα γι᾿ αὐ­τό νά φο­ρέ­σου­με ΤΟ ΜΕ­ΓΑ­ΛΕΙ­Ο ΤΟΥ ΜΥ­ΣΤΗ­ΡΙ­ΟΥ ΤΗΣ Ι­Ε­ΡΩ­ΣΥ­ΝΗΣ! Νά ντυ­θοῦν τό τί­μι­ο ρά­σο τά παι­δι­ά μας πού τό ἐ­πι­θυ­μοῦν, νά πε­ρι­βλη­θοῦν τόν αἱ­μά­τι­νο μαν­δύ­α τοῦ τρί­βω­νος τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης. Τό αἱ­μα­το­βαμ­μέ­νο ἅ­γι­ο ρά­σο!

Μέ τόν Σταυ­ρό Του τόν πάν­σε­πτο στό χέ­ρι στέ­κει τού­τη τή λαμ­πρή ἡ­μέ­ρα, μά καί κά­θε ἡ­μέ­ρα καί ὥ­ρα, ὁ Κύ­ρι­ος μπρο­στά ἀ­π᾿ τά βη­μό­θυ­ρα κά­θε ψυ­χῆς καί μέ Αὐ­τόν κρού­ει καί ἐλ­πί­ζει νά Τοῦ ἀ­νοί­ξει γι­ά νά γυ­ρέ­ψει νά ἐν­δυ­θεῖ κά­ποι­ο ἄ­ξι­ο παι­δί Του τήν ἁ­γί­α Ἱ­ε­ρω­σύ­νη· καί ἀ­πό τήν κα­τά σάρ­κα φύ­τρα του, τούς γο­νεῖς του, νά ἔλ­θουν ἀ­ρω­γοί σ᾿ αὐ­τή του τήν κλή­ση, σ᾿ αὐ­τό του τόν ἐν­δό­μυ­χο ὁ­λό­θυ­μο πό­θο, καί νά μή στα­θοῦν ἐμ­πό­δι­ο καί φραγ­μός στήν κλή­ση τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ! Ἡ Ἱ­ε­ρω­σύ­νη εἶ­ναι χά­ρη, εἶ­ναι ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή δω­ρε­ά, εἶ­ναι ἁ­γι­ο­τρι­α­δι­κός τό­κος καί μα­κά­ρι­ο τό σπί­τι πού γί­νε­ται ΘΡΟ­ΝΟΣ γι­ά νά κα­τα­σκη­νώ­σει τό­σος πλοῦ­τος καί ΜΗ­ΤΡΑ γι­ά νά φι­λο­ξε­νή­σει τό με­γα­λεῖ­ο της. Ὁ Ἴ­δι­ος ὁ Κύ­ρι­ος τό εἶ­πε στούς Μα­θη­τές Του: «Δέν μέ ἐ­ξε­λέ­ξα­τε ἐ­σεῖς, ἀλ­λά ἐ­γώ σᾶς ἐ­ξέ­λε­ξα καί σᾶς ἐγ­κα­τέ­στη­σα στό ὑ­ψη­λό ἔρ­γο σας .­.­.» (Ἰ­ω­άν. ι­ε΄ 16). Ὁ Ἐπί­σκο­πος, ὅ­ταν χει­ρο­το­νεῖ τόν Δι­ά­κο­νο, τό κα­θι­στᾶ σα­φές λέ­γον­τας: «­.­.. ἡ Χά­ρη προ­σφέ­ρε­ται στούς ἀ­ξί­ους Σου Κύ­ρι­ε, ὄ­χι μέ τήν ἐ­πί­θε­ση τῶν χει­ρῶν μας, ἀλ­λά μέ τήν πα­ρου­σί­α τοῦ πλού­σι­ου ἐ­λέ­ους Σου .­.­.­». Ἡ ἐ­πί­θε­ση τῶν χει­ρῶν εἶ­ναι, βε­βαί­ως, ὅ­λως ἀ­πα­ραί­τη­τη, ἀλ­λά γι­ά νά με­τα­δώ­σει τά χα­ρί­σμα­τα πού προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τή Θεί­α Πη­γή, ἀπό τήν πα­ρου­σί­α τοῦ μό­νου Ἀρ­χι­ε­ρέ­ως, τοῦ Χρι­στοῦ μας, τήν αὐ­τόρ­ρι­ζα τῆς Χά­ρι­τος!

Ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος Λα­ός τοῦ Θε­οῦ, βλέ­πον­τας τό ἐ­πι­τρα­χή­λι­ο πού φέ­ρει ὁ Ἱ­ε­ρεύς πά­νω του, ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι τό σύμ­βο­λο τῆς χά­ρι­τος τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης καί κυ­ρί­ως ὅ­τι εἰ­κο­νί­ζει τή Χά­ρη τήν “τε­λε­στι­κή” τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, “τήν ἄ­νω­θεν κα­τερ­χο­μέ­νη”, κα­τά τόν Ἅ­γι­ο Συ­με­ών Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ κα­θη­με­ρι­νά μι­άν ἀ­λή­θει­α: ὁ Κλη­ρι­κός πε­ρι­βάλ­λε­ται μέ πνευ­μα­τι­κή ἐξου­σί­α, χά­ρη στή θερ­μουρ­γό πα­ρου­σί­α τοῦ Πα­ρα­κλή­του, πού γί­νε­ται τό τί­μι­ο ἄμ­φι­ό του καί με­τα­βάλ­λε­ται σέ ἁ­γι­α­σμέ­νο, χα­ρι­τω­μέ­νο καί κα­θι­ε­ρω­μέ­νο πρό­σω­πο. Τοῦ­το τό ζεῖ κυ­ρί­ως ὡς πλή­ρω­μα ὁ χει­ρο­το­νού­με­νος. Βλέ­πει γύ­ρω του τά πάν­τα νά ἀλ­λοι­ώ­νον­ται, νά παίρ­νουν πα­ρά­ξε­νη θω­ρι­ά κι ἀ­νερ­μή­νευ­τη ὄψη. Κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ζεῖ μι­ά με­τα­μόρ­φω­ση τήν ὥ­ρα πού ἡ Ἱ­ε­ρω­σύ­νη σκη­νώ­νει μέ­σα του καί τόν κα­θι­στᾶ «σκεῦ­ος ἐ­κλο­γῆς» (Πράξ. θ΄ 15), ἁ­γι­ο­πό­τη­ρο ἕ­τοι­μο νά δε­χθεῖ τόν Θεῖ­ο Μαρ­γα­ρί­τη. Στέ­κει σάν με­τέ­ω­ρο ἱ­ε­ρό ἀ­νά­με­σα στόν Θε­ό καί τόν ἄν­θρω­πο, στόν οὐ­ρα­νό καί τή γῆ, ἔτ­σι πού ἡ προ­σευ­χή του με­του­σι­ώ­νε­ται σέ προ­σευ­χή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καί συ­νά­μα ἀ­ξι­ώ­νε­ται νά κα­λεῖ τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα «ἐ­πί τά προ­κεί­με­να δῶ­ρα καί ἐ­πί πάν­τα τόν λα­όν» (Εὐ­χή τοῦ Κα­θα­γι­α­σμοῦ). Ἀ­ξι­ώ­νε­ται μπρο­στά στό ἅ­γι­ο Θυ­σι­α­στή­ρι­ο νά εἶ­ναι ἡ “ζων­τα­νή εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ”, κα­τά τόν ἅ­γι­ο Μά­ξι­μο τόν Ὁ­μο­λο­γη­τή, ἀ­φοῦ «ὁ ἱ­ε­ρεύς στέ­κε­ται καί ἐκ­πλη­ρώ­νει τό ἔρ­γο τοῦ Χρι­στοῦ .­.. λέ­γον­τας ἐ­κεῖ­να πού ὁ Χρι­στός εἶ­πε στόν Μυ­στι­κό Δεῖ­πνο», κα­θώς μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος.

Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Θε­ο­λό­γος δι­η­γεῖ­ται γι­ά τόν Παυ­λί­νο, Ἐ­πί­σκο­πο Νό­λης, τόν ξα­κου­στό γι­ά τήν ἀ­γά­πη πού μοί­ρα­ζε, τό ἑ­ξῆς πε­ρι­στα­τι­κό: Κά­πο­τε, ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε πι­ά νά δώ­σει τί­πο­τε, πού­λη­σε τόν ἑ­αυ­τό του ὡς δοῦ­λο, γι­ά νά ἐ­λευ­θε­ρώ­σει τόν γι­ό μι­ᾶς φτω­χῆς χή­ρας πού πι­ά­στη­κε αἰχ­μά­λω­τος. Ἔ­μει­νε, λοι­πόν, ὁ Παυ­λί­νος δοῦ­λος κι ἐρ­γά­στη­κε σ᾿ ἕ­να πε­ρι­βό­λι, ὥ­σπου ὁ κύ­ρι­ός του ἀ­να­κά­λυ­ψε ποι­ός ἦ­ταν καί τόν ἄ­φη­σε ἐ­λεύ­θε­ρο!

Τέ­κνα ἐν Κυ­ρί­ῳ ἀ­γα­πη­τά,

Ὁ Χρι­στός, ὁ Θε­ός μας, ἔ­λα­βε μορ­φή δού­λου κι ἔ­γι­νε ὅ­μοι­ος μέ μᾶς τούς ἀν­θρώ­πους καί φα­νε­ρώ­θη­κε σάν ἄν­θρω­πος, ἄν καί ἦ­ταν συγ­χρό­νως τέ­λει­ος Θε­ός. Μά δέν ἀρ­κέ­στη­κε μό­νο σ’ αὐ­τό, ἀλ­λά ἔ­φθα­σε μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νά πα­ρα­δώ­σει τόν ἑ­αυ­τό Του στόν Σταυ­ρό γι­ά νά μοι­ρά­σει ζω­ή κι ἀ­νά­στα­ση.

Μά καί ὁ κλη­ρι­κός, στήν κα­θ᾿ ἡ­μᾶς Ρω­μη­ο­σύ­νη, δέν ἀρ­κέ­στη­κε μό­νο στό νά δο­ξο­λο­γεῖ τόν Ἁ­γι­ο­τρι­α­δι­κό Θε­ό καί νά δι­δά­σκει τά “δι­και­ώ­μα­τά” Του, ἀλ­λά ἔ­φθα­σε, ὅ­ταν τό ἀ­παί­τη­σαν οἱ και­ροί, νά δι­α­κο­νή­σει καί τόν Λα­ό, γι­νό­με­νος σφά­γι­ο ἱ­ε­ρό, πο­τί­ζον­τας τό ρά­σο του μέ δά­κρυ­α καί αἷ­μα, τό­σο δι­κά του, ὅ­σο καί τοῦ φι­λό­χρι­στου Λα­οῦ μας! Αὐ­τός ὁ Λα­ός μᾶς θέ­λει ἄ­ξι­ους νά “νο­στι­μί­ζου­με” τόν κό­σμο, νά “φω­τί­ζου­με” τόν κό­σμο, ὅ­πως ὁ Κύ­ρι­ος μᾶς τό ζή­τη­σε, πα­ραλ­λη­λί­ζον­τας τούς Μα­θη­τές Του μέ τό «ἅ­λας τῆς γῆς» καί τό «φῶς τοῦ κό­σμου» (Ματθ. ε΄ 13-14)! Τί θά ἦ­ταν αὐ­τός ὁ κό­σμος χω­ρίς νο­στι­μι­ά καί φῶς; Σκου­πί­δι θά ἦ­ταν καί σκο­τά­δι!

Γο­νεῖς εὐ­λο­γη­μέ­νοι, πα­ρα­κα­λοῦ­με ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Σταυ­ρω­θέν­τος Χρι­στοῦ, μή φρά­ζε­τε τόν δρό­μο στό βλα­στά­ρι σας πού θέ­λει νά ἀν­θί­σει δι­α­κο­νών­τας τήν Ἁ­γι­α­τρά­πε­ζα!

Καί σεῖς παλ­λη­κά­ρι­α μας, πού ἔ­χε­τε τήν κλί­ση γι­ά τό ρά­σο, πα­ρα­κα­λοῦ­με δε­χθεῖ­τε τήν πρό­σκλη­ση τοῦ Χρι­στοῦ πού σᾶς γί­νε­ται μέ τή δι­κή μας φω­νή καί δι­α­κο­νῆ­στε Ἐ­κεῖ­νον, τήν Ἐκ­κλη­σί­α Του καί τόν Λαό Του!

Καλό κι εὐλογημένο τό ὑπόλοιπο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς!

† Ὁ Ἀθηνῶν Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρόεδρος

† Ὁ Καρυστίας καί Σκύρου Σεραφείμ

† Ὁ Μονεμβασίας καί Σπάρτης Εὐστάθιος

† Ὁ Νικαίας Ἀλέξιος

† Ὁ Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Χρυσόστομος

† Ὁ Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου Θεόκλητος

† Ὁ Μαρωνείας καί Κομοτηνῆς Παντελεήμων

† Ὁ Κίτρους καί Κατερίνης Γεώργιος

† Ὁ Ἰωαννίνων Μάξιμος

† Ὁ Ἐλασσῶνος Χαρίτων

† Ὁ Θήρας, Ἀμοργοῦ καί Νήσων Ἀμφιλόχιος

† Ὁ Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Νικηφόρος

† Ὁ Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας Δαμασκηνός

Ὁ Ἀρχιγραμματεύς

Ἀρχιμ. Ἰωάννης Καραμούζης >>