ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΔΕΓΜOΝΑ ΤΑΦΟΝ

ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΔΕΓΜOΝΑ ΤΑΦΟΝ

ἱερομ.Ἰουστίνου , από την Ιστοσελίδα της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέα ΕΔΩ

…Ὦ λίθε στό ἄνοιγμα τοῦ ἱεροσολυμιτικοῦ Τάφου, σάν τόν λίθο στό ἄνοιγμα τοῦ βαβυλωνιακοῦ λάκκου! Στή Βαβυλώνα ἔριξαν τόν Δανιήλ στόν λάκκο τῶν λεόντων «καί ἤνεγκαν λίθον καί ἐπέθηκαν ἐπί τό στόμα τοῦ λάκκου, καί ἐσφραγίσατο ὁ Βασιλεύς ἐν τῷ δακτυλίῳ αὐτοῦ»(Δαν. 6. 17). Στήν Ἱερουσαλήμ ἀφοῦ προσκύλισαν «λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου …ἠσφαλίσαντο τόν τάφον σφραγίσαντες τόν λίθον μετά τῆς κουστωδίας» (Ματθ. 27.60. 66) τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου πού ἔφερε στή χλαμύδα του τά σύμβολα καί τήν προσωπογραφία τοῦ βασιλιᾶ του.

Στή Βαβυλώνα ἔβαλαν τόν Δανιήλ ζωντανό στόν λάκκο σάν σέ τάφο, γιά νά μή βγεῖ ποτέ ἀπό κεῖ, παρά μόνο σάν ὑπολείμματα, ἀποφάγια θηρίων. Στήν Ἱερουσαλήμ ἔβαλαν τόν προκαταγγελμένο ἀπό τόν Δανιήλ – εἶναι ὁ «ὡς υἱός ἀνθρώπου» (7.13). Τόν ἔβαλαν νεκρό στόν Τάφο σάν σέ λάκκο, γιά νά μή βγεῖ ποτέ ἀπό κεῖ παρά μόνο σάν λείψανα τῆς φθορᾶς, ἀποφάγια τοῦ ἀρχαίου δράκοντα καί θηρίου, τοῦ θανάτου. Ὡστόσο γελάσθηκαν ἐπειδή δέν ἔβαλαν «υἱόν ἀνθρώπου» ἀλλά ἔβαλαν «ὡς υἱόν ἀνθρώπου». δηλ. κάποιον σάν γιό ἀνθρώπου, Θεό πού ἐνανθρώπησε, πλήν δέν ἄφησε τή θεότητα! Γι᾽ αὐτό καί βγῆκε θριαμβευτής, ζωντανός καθώς πρίν ὁ Δανιήλ.

Ὦ λίθε τοῦ Τάφου τοῦ Ἰησοῦ, μοιάζεις καί δέν μοιάζεις μέ τόν λίθο τοῦ τάφου τοῦ φίλου Του τετραήμερου. Μοιάζεις: Σκέπασες ἐπίσης νεκρό, ἀποκυλίσθηκες ἐπίσης. Δέν μοιάζεις: Σύ σκέπασες «νεκρό» Θεό, καί ἀκόμη ἀποκυλίσθηκες παράδοξα. Στήν ἀποκύληση τοῦ τετραήμερου λίθου ὑπούργησαν ἄνθρωποι, τοῦ τριήμερου ἄγγελοι. «Χωρίς δέ πάσης ἀντιλογίας» φυσικά εἶναι καί τά δύο, μιά πού ἐκ φύσεως «τό μεῖζον ὑπό τοῦ ἐλάττονος» ὑπουργεῖται (πρβλ. Ἑβρ. 7.7). Ὑπηρετεῖται δηλ. κανείς ἀπό ἴσους ἤ κατώτερούς του, ἐκτός ἀπό τήν ἐξαίρεση τοῦ θείου ἐλέους καί τῶν ὀργάνων του, τοῦ Κυρίου καί τῶν ἀγγέλων πού φροντίζουν γιά τή σωτηρία μας. Λοιπόν στόν πρῶτον λίθο, τόν βηθανικό, ὑπούργησαν ἄνθρωποι, στόν δεύτερο, τόν σιωνικό, ἄγγελος καί ἀρχάγγελος, ὥστε νά ἐμφανισθεῖ ὁ «παῖς Κυρίου», ὁ Μεσσίας, ὡς «μεγάλης βουλῆς ἄγγελος» (Ἡσ. 9.6), τῆς βουλήσεως τῆς Ἁγ. Τρίαδος περί οἰκουμενικῆς σωτηρίας ἐκ Πατρός δι᾽ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ἄγγελος ἀποκύλησε τόν λίθο, καί μάλιστα πρέπει κατά τεκμήριο νά ἦταν ἄγγελος Χερουβείμ. Τό ὄφειλε στό γένος μας κατά λόγο δικαιοσύνης! Ἦταν ἡ ἀντίπραξη μιᾶς πράξεως ἀρχαίας θλιβερῆς καί τρομερῆς: Χερουβείμ εἶχε ὑπηρετήσει στήν ἀρά τῆς ἐξορίας τοῦ Ἀδάμ, ὅταν κρατοῦσε «τήν φλογίνην ρομφαίαν τήν στρεφομένην φυλάσσειν τήν ὁδόν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς» (Γεν. 3.24) … Χερουβείμ ἄρα πρεσβεύουμε ὅτι καί ἐδῶ ἔστρεψε καί κύλισε τόν λίθο καί ἄνοιξε τήν ὁδό τοῦ Τάφου, τῆς Ζωῆς˙ τήν ὁδό τοῦ Τάφου, δηλ. τήν ὁδό τῆς Ζωῆς, καί ὄχι τοῦ τάφου τῆς ζωῆς, ἀφοῦ ἦταν Τάφος τῆς καθαυτό Ζωῆς καί Αὐτοζωΐας, πού οὐδέποτε εἶναι δυνατό νά φθάσει στήν κατάσταση τῆς ἀνυπαρξίας! Χερουβείμ τότε μᾶς ἔκλεισε τήν Ἐδέμ, Χερουβείμ τώρα μᾶς ἄνοιξε τόν Τάφο γιά νά τόν δοῦμε ἄδειο, ὄχι θανατηφόρο ὄχι νεκροφόρο.

Τό βγάλσιμο τοῦ λίθου τοῦ τετραήμερου τάφου συνιστοῦσε προανάκρουσμα τοῦ ἄλλου βγαλσίματος καί ἀδειάσματος τοῦ τριήμερου Τάφου, καί σέ προέκταση ὅλων τῶν ἀδειασμάτων τῶν πολυχρόνιων τάφων. Ὁ παραμερισμός τοῦ λίθου τοῦ Λαζάρου ἀποτέλεσε προμήνυμα «τήν κοινήν ἀνάστασιν πρό τοῦ…πάθους ‒‒τοῦ σωστικοῦ‒‒ πιστούμενος» (Ἀπολυτ. Λαζάρου).

Ὦ λίθε ἄψυχε, πατέρα ἐμψύχων τέκνων τοῦ Ἀβραάμ! Γιά σένα πρῶτ᾽ ἀπ᾽ ὅλα προεῖπε τό θεῖο στόμα, ἔστω κι ἄν ἔδειχνε ἀλλοῦ τό θεῖο χέρι, «ὅτι δύναται ὁ Θεός ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ» (Λουκ.3.8· Ματθ. 3.9).

Ὦ λίθε, ἐσένα ὑπαινισσόταν πρῶτ᾽ ἀπ᾽ ὅλα τό θεῖο στόμα ὅταν διαβεβαίωνε πώς καί «οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19.40) τή θεότητά Του.

Ὦ λίθε, ἐσένα θά εἶχε στόν χριστοποιημένο νοῦ του (πρβλ. Α´ Κορ. 2.16) ὁ θεῖος ἀπόστολος, ὅταν παρομοίαζε τόν Σωτήρα μέ λίθο-βάση τῆς οἰκοδομῆς τῶν πιστῶν˙ οἰκοδομῆς πάνω σέ «λίθον ζῶντα, ὑπό ἀνθρώπων μέν ἀποδεδοκιμασμένον, παρά δέ Θεῷ ἐκλεκτόν, ἔντιμον» (Α´ Πέτρ. 2.4).

Λοιπόν, ὦ λίθε, ὁ «μέγας σφόδρα» ( Μάρκ. 16.4) γιά τά μέτρα τῶν γηγενῶν στήν κυριολεκτική, αἰσθητή‒‒τήν τρισδιάστατη ἔννοια, ἀλλά πιό «μέγας σφόδρα» στή μεταφορική, νοητή‒‒τήν ὑπερφυσική ἔννοια, δηλ. στή σωτηρία τους˙ ὡστόσο μικρέ σφόδρα γιά τόν ὑπεράπειρο Θεό καί τούς ὑπεράπειρους οἰκτιρμούς Του. Ὅλη τήν πελώρια θεία Οἰκονομία τή μίκρυνε καί στοίβαξε ὁ Παντοδύναμος καί Πανάγαθος πάνω σου καί πίσω σου, στό ἐσωτερικό τοῦ Μνήματος!

Ὦ λίθε!

 Ὦ σάβανα μέ τά ὁποῖα τύλιξαν στή Σιών ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας καί ὁ Νικόδημος μόλις νεκρό δῆθεν, τό σῶμα Ἐκείνου πού δίνει τήν ὀντότητα. Θά σᾶς ἀποκαλέσω σπάργανα μέ τά ὁποῖα τύλιξαν στή Βηθλεέμ ἡ Παναγία Παρθένος καί ὁ μνήστωρ της Ἰωσήφ τό σῶμα Ἐκείνου πού μόλις εἶχε πάρει δῆθεν, τήν ὕπαρξη.

Ὦ σάβανα-σπάργανα. Ξαναγεννήσατε τόν Χριστό στήν ἄνω προτερινή ζωή, ξαναγεννᾶτε τόν πιστό στήν ἄνω προπτωτική ζωή!

Ὦ σάβανα, μέ τά ὁποῖα ἐξαπατήθηκε ἐχθρός ὁ φοβερός, ὅπως ἐξαπατήθηκε Σαούλ ὁ φθονερός. Παλιά δηλ. ὁ Σαούλ ἐπιδίωκε νά ἐξολοθρεύσει τόν Δαβίδ, ἀποκλειστικά καί μόνο γιατί ὁ δεύτερος φημίσθηκε ἐπειδή πάτασσε τούς χαλεπούς ἐχθρούς ἀλλόφυλους καί ἔσωζε τόν Ἰσραήλ. Σέ μιάν ἐπικίνδυνη περίσταση ἡ Μελχόλ, ἡ θυγατέρα τοῦ Σαούλ καί σύζυγος τοῦ Δαβίδ, φυγάδεψε τόν δίκαιο καί τοποθέτησε στό κρεββάτι του «κενοτάφια» – μ᾿ ἄλλα λόγια ὁμοίωμα ἀνθρώπου πού κοιμόταν. Στή θέση τοῦ κεφαλιοῦ τοποθέτησε σπλάγχνα, συκωταριά αἴγας, «καί ἐκάλυψεν αὐτά ἱματίῳ. Καί ἀπέστειλε Σαούλ ἀγγέλους λαβεῖν τόν Δαβίδ». Γυρνώντας στόν βασιλιά τοῦ γνωστοποίησαν πώς ἦταν ἄρρωστος – ἡ Μελχόλ τούς τόν εἶχε δείξει νά κεῖται τάχα στό κρεββάτι ἀσθενής. Ὁ μονάρχης τούς διέταξε: «Ἀγάγετε αὐτόν ἐπί τῆς κλίνης πρός με τοῦ θανατῶσαι αὐτόν» (Α´ Βασ. 19.13-15). Τότε διαπίστωσαν ὅτι ὁ καταζητούμενος εἶχε ἀποδράσει.

Τώρα ὄχι ὁ Σαούλ ἀλλά οἱ Φαρισαῖοι ἐπιδίωκαν νά ἐξολοθρεύσουν ὄχι τόν Δαβίδ μά τόν Θεάνθρωπο ἐγγονό του, ἀποκλειστικά καί μόνο γιατί φημίσθηκε ἐπειδή πάτασσε τούς ἐχθρούς δαίμονες καί ἔσωζε τελειωτικά καί αἰώνια τόν νέο Ἰσραήλ (πρβλ. Ματθ. 27.18).

Τώρα ὄχι ἡ Μελχόλ, ἡ κόρη τοῦ Σαούλ καί γυναίκα τοῦ Δαβίδ, μά ἡ Ἐκκλησία τέκνο τῆς Συναγωγῆς καί Νύμφη τοῦ Χριστοῦ (Ἀποκ. 19.7), σχετίσθηκε μέ τή φυγή τοῦ Ὑψίστου δικαίου καί ἔδειξε στήν ὑφήλιο τά σάβανα κενά, πραγματικά κενοτάφια, ὄχι αἴγας ἀλλά τοῦ Ἀρνίου μέ τήν ἄκρα, ἀνυπέρβλητη εὐσπλαγχνία (Ἰω. 1.29). Ὁ ἀνέκαθεν κοσμοκράτορας τοῦ αἰώνα τούτου (Ἐφ. 6.12) τοῦ ἀπατεώνα, ἀτελέσφορα εἶχε διατάξει «ἀγάγετε αὐτόν – τόν Ἰησοῦ – ἐπί τῆς κλίνης – τῆς νεκρικῆς – πρός με – στόν ἅδη – τοῦ θανατῶσαι αὐτόν». Αὐτός αὐτοπροαίρετα αὐτομόλησε ἀπό τόν Τάφο στόν ἅδη γιά νά τόν ἀφανίσει ἀφίνοντας κενά σάβανο, σουδάρι καί κλινάρι.

Ὦ σάβανα! Τρέχει ὁ Πέτρος καί «βλέπει τά ὀθόνια κείμενα μόνα» καί ἀπορεῖ «θαυμάζων τό γεγονός» (Λουκ. 24.12). Ἀπορεῖ: ‒ Ποῦ, λέει, ποῦ ἀκούσθηκε σεντόνι σαβάνου χωρίς ἴχνος λειψάνου; Ποῦ, λέει, ποῦ ἀκούσθηκε νεκρικό σεντόνι πού νεκρό δέν σαβανώνει; Ποῦ, λέει, ποῦ ἀκούσθηκε νεκρικό σουδάριο καί ἐπιτάφιο, ἀφθαρσίας τεκμήριο καί ἄμφιο;

‒ Ἀκούσθηκε, Πέτρε. Ἄφησε τήν ταραχή σου καί θυμήσου· παρών ἤσουν. Ἀκούσθηκε στόν δρόμο τῆς Ναΐν, ὅταν ἀναστήθηκε ὁ υιός τῆς χήρας, ἡ μοναχογέννα (Λουκ. 7.11-17) της· στό μέγαρο τοῦ ἑκατόνταρχου, ὅταν ἀναστήθηκε ὁ ἔμπιστος δοῦλος του (Ματθ. 8.5-13)· στό σπίτι τοῦ ἀρχισυνάγωγου, ὅταν ἀναστήθηκε ἡ δωδεκάχρονη κορούλα του (Μάρκ. 5.22-43)· στήν ἐξοχή τῆς Βηθανίας «τῆς κώμης Μαρίας καί Μάρθας τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς» καί Λαζάρου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν (Ἰω. 11.1-44). Τώρα ὅμως βλέπεις «κείμενα μόνα» τά ἀρωματισμένα μέ σμυρναλόη «ὡς λίτρας ἑκατόν» (Ἰω. 19.39)‒ τριανταδύο κιλά! ‒ – ὀθώνια, γιατί τό μυρίπνοο Ἔαρ, ὁ Σωτήρας, καταργεῖ τά τῆς ἁμαρτίας ὀψώνια (Ρωμ. 6.23). Κατόπισθέν σου εἰσερχόμαστε καί μεῖς στό Μνημεῖο, μαζί μέ τόν ἄλλο μαθητή πού «εἶδε καί ἐπίστευσεν» (Ἰω. 20.8). Καί βλέπουμε καί μεῖς καί πιστεύομε!

Ὦ σάβανα, πού χρηματίσατε οἱ πρόδρομοι τῶν ἁγίων ἀντιμηνσίων. Μπροστά σας ὁ ἀρχιερέας Χριστός, ὁ Θύτης· πάνω σας ὁ Ἀμνός Χριστός, τό Θῦμα· πίσω σας ὁ λίθος, τό βῆλο τῆς Ὡραίας Πύλης· γύρω σας οἱ ἄυλοι φεγγοβόλοι ἄγγελοι, οἱ διάκονοι τοῦ φρικτοῦ Μυστηρίου, καί «σύν τοῖς πυρίνοις οἱ πήλινοι» (Καθ. Στ´ ὠδῆς Τριαδ. Κανόνα πλ. Β´ ἤχου), οἱ χοϊκοί ἄνθρωποι, ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας Ἰωσήφ καί ὁ γέροντας Νικόδημος, τά παιδάκια τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ἄς ποῦμε! Γιά ν᾿ ἀξιωθοῦν νά εἰσδύσουν στά Ἅγια, πῆραν τό προνόμιο καί τόν βαθμό τοῦ κατώτερου κληρικοῦ – τοῦ ἀναγνώστη γιά παράδειγμα – ὄχι μέ τόν πλοῦτο τους, μέ σιμωνιακό τρόπο, ἀλλά μέ τή λαχτάρα τους, μέ φιλοθεϊκό πόθο.

Ὦ σάβανα!

Πρίν ἀπό τόν Τάφο, ναί πρίν ἀπό τόν Τάφο, ὁ Ἐζεκίας ἔκλαιγε μέ κοπετούς γιατί πορευόταν τήν ὁδό πού ὁδηγεῖ σ᾿ αὐτόν (Δ´ Βασ. 20.1-3)· κάθε ἄλλο παρά «μακαρία ἡ ὁδός» (Προκείμενο σέ Κεκοιμημένους) αὐτή ἦταν τότε…

Μετά τόν Τάφο, ναί μετά τόν Τάφο, ὁ Παῦλος χαιρόταν προσμένοντας καί ὑπερεπιθυμώντας, καταπώς ἀποδεικνύει ἡ συρροή ὑπερθετικῶν, «τό ἀναλῦσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι· πολλῷ γάρ μᾶλλον κρεῖσσον» (Φιλ. 1.23)!

Πρίν ἀπό τόν Τάφο, ὁ Δαβίδ ἔκραζε σπαρακτικά μέ ἀπόγνωση «μή ἀναγάγῃς με ἐν «ἡμίσει ἡμερῶν μου» (Ψαλμ. 101.24)!

Μετά τόν Τάφο ὁ Θεοφόρος Ἰγνάτιος ἐκλιπαροῦσε τούς χριστιανούς τῆς Ρώμης νά μήν ἐμποδίσουν νά γίνουν τάφος του τά δόντια τῶν θηρίων πού θά τόν ἕνωναν μέ τόν Ἀγαπώμενο (Πρός Ρωμ. 2-8).

Πρίν άπό τόν Τάφο ὁ αἱμοσταγής Ἀγάγ, τοῦ Ἀμαλήκ ὁ βασιλιάς στό Α´ Βασιλειῶν, ἀτενίζοντας τόν θάνατό του τρέμοντας διαπίστωνε: «Οὕτω πικρός ὁ θάνατος; » (15.32)…

Μετά τόν Τάφο ὁ Μ. Βασίλειος ἀτένιζε τόν θάνατο μέ ὑπεροψία καί κατά–φρόνηση, ὅταν ἀποκρινόταν στόν ὕπαρχο Μόδεστο, τόν ἀποκρισάριο τοῦ αἱρετικοῦ βασιλιᾶ Οὐάλη, πώς δέν τόν πτοοῦσε οὔτε καί ὁ θάνατος, ἐφόσον θά τόν ἔφερνε γρηγορώτερα στόν παμβασιλιά Θεό (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 43, 48, 51)….